Victor Hugo
Saint-Valery-Sur-Somme.
Oh ! combien de marins,
Qui sont partis joyeux
pour des courses lointaines,
Dans ce morne horizon se sont évanouis !
Combien ont disparu, dure et triste fortune !
Dans une mer sans fond,
par une nuit sans lune,
Sous l’aveugle océan à jamais enfouis !
Combien de patrons morts
avec leurs équipages !
L’ouragan de leur vie a pris toutes les pages
Et d’un souffle il a tout dispersé sur les flots !
Nul ne saura leur fin dans l’abîme plongée.
Chaque vague en passant
d’un butin s’est chargée ;
L’une a saisi l’esquif, l’autre les matelots !
Nul ne sait votre sort, pauvres têtes perdues !
Vous roulez à travers les sombres étendues,
Heurtant de vos fronts morts
des écueils inconnus.
Oh ! que de vieux parents,
qui n’avaient plus qu’un rêve,
Sont morts en attendant
tous les jours sur la grève
Ceux qui ne sont pas revenus !
On s’entretient de vous parfois
dans les veillées.
Maint joyeux cercle, assis
sur des ancres rouillées,
Mêle encor quelque temps
vos noms d’ombre couverts
Aux rires, aux refrains, aux récits d’aventures,
Aux baisers qu’on dérobe à vos belles futures,
Tandis que vous dormez
dans les goëmons verts !
On demande : — Où sont-ils ?
sont-ils rois dans quelque île ?
Nous ont-ils délaissés
pour un bord plus fertile ? —
Puis votre souvenir même est enseveli.
Le corps se perd dans l’eau,
le nom dans la mémoire.
Le temps, qui sur toute ombre
en verse une plus noire,
Sur le sombre océan jette le sombre oubli.
Bientôt des yeux de tous
votre ombre est disparue.
L’un n’a-t-il pas sa barque
et l’autre sa charrue ?
Seules, durant ces nuits
où l’orage est vainqueur,
Vos veuves aux fronts blancs,
lasses de vous attendre,
Parlent encor de vous en remuant la cendre
De leur foyer et de leur cœur !
Et quand la tombe enfin a fermé leur paupière,
Rien ne sait plus vos noms,
pas même une humble pierre
Dans l’étroit cimetière où l’écho nous répond,
Pas même un saule vert
qui s’effeuille à l’automne,
Pas même la chanson naïve et monotone
Que chante un mendiant
à l’angle d’un vieux pont !
Où sont-ils, les marins sombrés
dans les nuits noires ?
Ô flots, que vous savez de lugubres histoires !
Flots profonds redoutés des mères à genoux !
Vous vous les racontez en montant les marées,
Et c’est ce qui vous fait ces voix désespérées
Que vous avez le soir quand
vous venez vers nous !
Juillet 1836.
Victor Hugo
Les Rayons et les Ombres, Ollendorf, 1909s avez le soir quand vous venez vers nous !
Juillet 1836.
Victor Hugo
Les Rayons et les Ombres, Ollendorf, 1909
Ωκεανός Νύχτα (Oceano Nox)
Βίκτωρ Ουγκώ
Ω! Πόσοι ναυτικοί, πόσοι καπεταναίοι,
που ξεκίνησαν γελαστοί για μακρινά ταξίδια,
χάθηκαν μέσα στον σκοτεινό ορίζοντα!
Πόσοι αφανίστηκαν,
σκληρή κι αβάσταχτη μοίρα,
σε μια θάλασσα δίχως βυθό,
σε μια νύχτα δίχως φεγγάρι,
θαμμένοι για πάντα
κάτω από τον τυφλό ωκεανό.
Πόσοι καραβοκύρηδες
μαζί με τα πληρώματά τους!
Ο τυφώνας της ζωής τους
άρπαξε όλες τις σελίδες της
και μ' ένα φύσημα
τις σκόρπισε στα κύματα.
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ
το τέλος τους μέσα στην άβυσσο.
Κάθε κύμα,
περνώντας,
πήρε κι ένα λάφυρο·
άλλο το μικρό καράβι,
άλλο τους ναύτες.
Κανείς δεν γνωρίζει τη μοίρα σας,
χαμένες ψυχές.
Περιπλανιέστε
στις σκοτεινές απεραντοσύνες,
χτυπώντας τα νεκρά σας μέτωπα
σε άγνωστους βράχους.
Και πόσοι γέροντες γονείς,
που δεν είχαν πια άλλο όνειρο,
πέθαναν κάθε μέρα
περιμένοντας στην ακτή
εκείνους
που δεν γύρισαν ποτέ.
Καμιά φορά
στις βραδινές συντροφιές
μιλούν ακόμη για σας.
Γύρω από σκουριασμένες άγκυρες
οι παρέες ανακατεύουν για λίγο
τα ονόματά σας
με τα γέλια,
τα τραγούδια,
τις ιστορίες των ταξιδιών,
και τα φιλιά
που προορίζονταν
για τις αγαπημένες σας.
Κι εσείς,
κοιμάστε
ανάμεσα στα πράσινα φύκια.
Ρωτούν:
«Πού βρίσκονται άραγε;
Έγιναν βασιλιάδες
σε κάποιο μακρινό νησί;
Μας εγκατέλειψαν
για μια πιο εύφορη γη;»
Ύστερα,
κι η ίδια η μνήμη σας
θάβεται.
Το σώμα χάνεται στο νερό.
Το όνομα
χάνεται στη μνήμη.
Και ο χρόνος,
που πάνω σε κάθε σκιά
ρίχνει μια σκοτεινότερη,
απλώνει
πάνω στον σκοτεινό ωκεανό
τη σκοτεινή λησμονιά.
Σιγά σιγά
η μορφή σας
σβήνει από τα μάτια όλων.
Ο ένας έχει το καΐκι του,
ο άλλος το χωράφι του.
Μόνο οι χήρες σας,
με τα λευκά τους μέτωπα,
κουρασμένες να περιμένουν,
τις νύχτες
που η θύελλα νικά,
μιλούν ακόμη για σας
ανακατεύοντας τη στάχτη
της εστίας τους
και της καρδιάς τους.
Κι όταν κι εκείνες
κλείσουν για πάντα τα μάτια,
κανείς δεν γνωρίζει πια το όνομά σας.
Ούτε μια ταπεινή πέτρα
στο μικρό κοιμητήριο.
Ούτε μια πράσινη ιτιά
που μαδάει το φθινόπωρο.
Ούτε το απλό,
μονότονο τραγούδι
ενός ζητιάνου
στη γωνιά
ενός παλιού γεφυριού.
Πού είναι οι ναυτικοί
που βούλιαξαν
στις μαύρες νύχτες;
Ω κύματα,
πόσες θλιβερές ιστορίες γνωρίζετε!
Κύματα βαθιά,
που τα φοβούνται
οι γονατισμένες μάνες.
Τις αφηγείστε μεταξύ σας
όταν ανεβαίνουν οι παλίρροιες.
Κι αυτό είναι
που σας χαρίζει
εκείνη την απελπισμένη φωνή,
που ακούμε κάθε δειλινό,
όταν έρχεστε
προς εμάς.
Με μεγάλη χαρά. Το "Oceano Nox" είναι από τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα του Βίκτωρος Ουγκώ, ένας ύμνος στη μνήμη των ναυτικών που χάθηκαν στη θάλασσα και στον πόνο όσων έμειναν πίσω. Ακολουθεί μια ποιητική απόδοση στα ελληνικά, που επιδιώκει να διατηρήσει το ύφος και τη συγκίνηση του πρωτοτύπου, χωρίς να είναι κατά λέξη μετάφραση.
Ωκεανός Νύχτα (Oceano Nox)
Βίκτωρ Ουγκώ
Ω! Πόσοι ναυτικοί, πόσοι καπεταναίοι,
που ξεκίνησαν γελαστοί για μακρινά ταξίδια,
χάθηκαν μέσα στον σκοτεινό ορίζοντα!
Πόσοι αφανίστηκαν,
σκληρή κι αβάσταχτη μοίρα,
σε μια θάλασσα δίχως βυθό,
σε μια νύχτα δίχως φεγγάρι,
θαμμένοι για πάντα
κάτω από τον τυφλό ωκεανό.
Πόσοι καραβοκύρηδες
μαζί με τα πληρώματά τους!
Ο τυφώνας της ζωής τους
άρπαξε όλες τις σελίδες της
και μ' ένα φύσημα
τις σκόρπισε στα κύματα.
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ
το τέλος τους μέσα στην άβυσσο.
Κάθε κύμα,
περνώντας,
πήρε κι ένα λάφυρο·
άλλο το μικρό καράβι,
άλλο τους ναύτες.
Κανείς δεν γνωρίζει τη μοίρα σας,
χαμένες ψυχές.
Περιπλανιέστε
στις σκοτεινές απεραντοσύνες,
χτυπώντας τα νεκρά σας μέτωπα
σε άγνωστους βράχους.
Και πόσοι γέροντες γονείς,
που δεν είχαν πια άλλο όνειρο,
πέθαναν κάθε μέρα
περιμένοντας στην ακτή
εκείνους
που δεν γύρισαν ποτέ.
Καμιά φορά
στις βραδινές συντροφιές
μιλούν ακόμη για σας.
Γύρω από σκουριασμένες άγκυρες
οι παρέες ανακατεύουν για λίγο
τα ονόματά σας
με τα γέλια,
τα τραγούδια,
τις ιστορίες των ταξιδιών,
και τα φιλιά
που προορίζονταν
για τις αγαπημένες σας.
Κι εσείς,
κοιμάστε
ανάμεσα στα πράσινα φύκια.
Ρωτούν:
«Πού βρίσκονται άραγε;
Έγιναν βασιλιάδες
σε κάποιο μακρινό νησί;
Μας εγκατέλειψαν
για μια πιο εύφορη γη;»
Ύστερα,
κι η ίδια η μνήμη σας
θάβεται.
Το σώμα χάνεται στο νερό.
Το όνομα
χάνεται στη μνήμη.
Και ο χρόνος,
που πάνω σε κάθε σκιά
ρίχνει μια σκοτεινότερη,
απλώνει
πάνω στον σκοτεινό ωκεανό
τη σκοτεινή λησμονιά.
Σιγά σιγά
η μορφή σας
σβήνει από τα μάτια όλων.
Ο ένας έχει το καΐκι του,
ο άλλος το χωράφι του.
Μόνο οι χήρες σας,
με τα λευκά τους μέτωπα,
κουρασμένες να περιμένουν,
τις νύχτες
που η θύελλα νικά,
μιλούν ακόμη για σας
ανακατεύοντας τη στάχτη
της εστίας τους
και της καρδιάς τους.
Κι όταν κι εκείνες
κλείσουν για πάντα τα μάτια,
κανείς δεν γνωρίζει πια το όνομά σας.
Ούτε μια ταπεινή πέτρα
στο μικρό κοιμητήριο.
Ούτε μια πράσινη ιτιά
που μαδάει το φθινόπωρο.
Ούτε το απλό,
μονότονο τραγούδι
ενός ζητιάνου
στη γωνιά
ενός παλιού γεφυριού.
Πού είναι οι ναυτικοί
που βούλιαξαν
στις μαύρες νύχτες;
Ω κύματα,
πόσες θλιβερές ιστορίες γνωρίζετε!
Κύματα βαθιά,
που τα φοβούνται
οι γονατισμένες μάνες.
Τις αφηγείστε μεταξύ σας
όταν ανεβαίνουν οι παλίρροιες.
Κι αυτό είναι
που σας χαρίζει
εκείνη την απελπισμένη φωνή,
που ακούμε κάθε δειλινό,
όταν έρχεστε
προς εμάς.
Πρόκειται για ένα από τα πιο διαχρονικά αντιπολεμικά και ανθρωπιστικά ποιήματα του Ουγκώ. Δεν μιλά μόνο για τους ναυτικούς· μιλά για όλους όσοι χάνονται μακριά από τους δικούς τους και κινδυνεύουν να χαθούν και από τη μνήμη. Αν θέλεις, μπορώ να ετοιμάσω και μια πιο λυρική, «ελληνική» απόδοση, που να θυμίζει Καββαδία ή Σεφέρη, διατηρώντας το ίδιο πνεύμα.
ΩΚΕΑΝΟΣ ΝΥΧΤΑ
(Oceano Nox)
Ελεύθερη ποιητική απόδοση από τον Βίκτωρα Ουγκώ
Ω, πόσοι ναυτικοί,
πόσοι καπετάνιοι,
με τραγούδι στα χείλη
και όνειρα μεγάλα,
σήκωσαν πανιά
για ταξίδια μακρινά
κι έσβησαν
στον θλιμμένο ορίζοντα.
Πόσοι χάθηκαν,
σκληρή η μοίρα,
σε θάλασσα χωρίς βυθό,
σε νύχτα χωρίς φεγγάρι,
θαμμένοι αιώνια
κάτω από τον τυφλό ωκεανό.
Πόσοι καραβοκύρηδες,
μαζί με τους συντρόφους τους,
είδαν τον τυφώνα
να σκίζει το βιβλίο της ζωής τους
και να σκορπίζει
τις τελευταίες του σελίδες
στα κύματα.
Κανείς
δεν έμαθε ποτέ
το τέλος τους.
Το ένα κύμα
άρπαξε το καράβι,
το άλλο
τους ανθρώπους.
Κανείς δεν γνωρίζει
τη μοίρα σας,
χαμένες ψυχές.
Πλανιέστε ακόμη
στις σκοτεινές εκτάσεις,
αγγίζοντας
με τα σιωπηλά σας μέτωπα
βράχους
που κανείς δεν είδε.
Και πόσοι γέροντες γονείς,
που ζούσαν
για μια μονάχα ελπίδα,
πέθαναν
κοιτάζοντας κάθε μέρα
τη θάλασσα,
περιμένοντας
εκείνους
που δεν γύρισαν.
Τα βράδια,
στις παρέες,
μιλούν ακόμη για σας.
Γύρω από σκουριασμένες άγκυρες
ανακατεύονται
τα ονόματά σας
με τραγούδια,
γέλια,
ιστορίες ταξιδιών
και κλεμμένα φιλιά
που περίμεναν
οι αγαπημένες σας.
Κι εσείς...
κοιμάστε
ανάμεσα στα πράσινα φύκια.
«Πού να βρίσκονται άραγε;»
ρωτούν.
«Μήπως έγιναν βασιλιάδες
σε κάποιο άγνωστο νησί;
Μήπως βρήκαν
μια καλύτερη πατρίδα;»
Ύστερα...
σιγά σιγά
θάβεται
και η μνήμη.
Το σώμα
χάνεται στο νερό.
Το όνομα
χάνεται
στις καρδιές των ανθρώπων.
Κι ο χρόνος,
που πάνω σε κάθε σκιά
ρίχνει μια βαθύτερη,
σκεπάζει
και τον ωκεανό
με τη μεγάλη λησμονιά.
Έρχεται η μέρα
που κανείς
δεν θυμάται το πρόσωπό σας.
Ο ένας
έχει το καΐκι του.
Ο άλλος
το χωράφι του.
Μόνον οι χήρες,
με τα λευκασμένα μέτωπα,
κουρασμένες
να σας περιμένουν,
τις νύχτες
που νικά η θύελλα,
σκαλίζουν τη στάχτη
της εστίας τους
και της καρδιάς τους,
μιλώντας ακόμη
για σας.
Κι όταν κι αυτές
κλείσουν τα μάτια,
δεν απομένει τίποτε.
Ούτε μια πέτρα
σ' ένα ταπεινό κοιμητήρι.
Ούτε μια ιτιά
που μαδά τα φύλλα της.
Ούτε ένα τραγούδι
στη γωνιά
ενός παλιού γεφυριού.
Πού είστε,
ναυτικοί
των μαύρων νυχτών;
Ω κύματα...
πόσες ιστορίες
κρατάτε
στα βαθιά σας στήθη.
Εσείς,
που οι μάνες
σας φοβούνται
γονυπετείς.
Τις διηγείστε
όταν ανεβαίνει η παλίρροια.
Και γι' αυτό,
κάθε δειλινό,
όταν πλησιάζετε την ακτή,
η φωνή σας
μοιάζει
με θρήνο ανθρώπινο.
Σαν να θυμάται
η θάλασσα
εκείνους
που δεν ξέχασε ποτέ.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που το ζήτησες. Ο Ουγκώ δεν μεταφράζεται μόνο με λέξεις· μεταφράζεται και με μουσική. Παρακάτω είναι μια πιο λυρική, ελεύθερη απόδοση, που προσπαθεί να κρατήσει τον παλμό του πρωτοτύπου και να διαβάζεται σαν ελληνικό ποίημα.
Πιστεύω ότι αυτή η εκδοχή βρίσκεται πιο κοντά στην ελληνική ποιητική παράδοση, με μια αίσθηση που θυμίζει Καββαδία, Σεφέρη και Ελύτη, χωρίς όμως να χάνει το μεγαλείο και τη βαθιά ανθρωπιά του Βίκτωρα Ουγκώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου