27 Ιουνίου 2026

Κύπρος Αθάνατη Γη Σωτήρης Π. Βαρνάβας


ΚΥΠΡΟΣ – ΑΘΑΝΑΤΗ ΓΗ

Αφιερώνεται στον ποιητή Σωτήρη Π. Βαρνάβα.

Προσωπικός ποιητικός διάλογος με αφορμή το ποίημα «Πνεύμα δικαιοσύνης και φορτίο συνείδησης», από την ποιητική συλλογή «Υπόθεση ευθύνης και ένα μερίδιο ουρανού για τον καθένα».

Ορισμένες λέξεις και εικόνες συνομιλούν συνειδητά με το έργο του ποιητή και χρησιμοποιούνται ως φόρος τιμής στην ποιητική του φωνή. Οι φράσεις που παρατίθενται σε εισαγωγικά προέρχονται από το έργο του.

---

ΚΥΠΡΟΣ – ΑΘΑΝΑΤΗ ΓΗ

Αν κάτι λείπει μέσα σου,
αν κάτι μέσα σου πονά,
ψάξε να το βρεις
στου Σωτήρη τη γραφή.

Αν ψάχνεις την ευθύνη να βρεις,
τι χρώμα και τι σχήμα έχει,
ψάξε στον ουρανό·
εκεί θα τη δεις.

Ένα μεγάλο κομμάτι ουρανού
«υπεύθυνα αγκαλιάζει τον ορίζοντα».

Κι αν πολέμου ιαχές ακούγονται μακριά,
μη γυρίζεις την κεφαλή σου.
Να κοιτάξεις·
κοίταξε το σπίτι σου.

Κι όταν μια υπέροχη γυναίκα
στον δρόμο σου ξαναβρεθεί,
μη διστάσεις
τα μάτια της να ερωτευτείς.

«Δις δεν ζεις.»

Κι αν πόνο δεν ένιωσες
και κατοχή δεν είδες,
βάλ' στα μάτια σου τούτη τη γραφή,
κοίτα τις λέξεις μία-μία
και πες:

— Ιστορία, κάνε στάση μια στιγμή
και εξήγησέ μου τι σημαίνει
«Ελευθερία, χορός θανάτου και αρετή»·
αλλά και τα τρία μαζί.

Λέξεις ακούραστες,
καλοζυγισμένες,
διάφανες, περήφανες, απλωμένες,
παίρνουν ανάσα
στο tabula rasa του Σωτήρη.

— Ιστορία, κάνε στάση
στο ποίημα του Σωτήρη.
Οι λέξεις του θέλουν
να σου μιλήσουν για την ελευθερία.

Φίλε αναγνώστη,

κι αν την κεφαλή σου
στρέψεις προς τον Βόσπορο,
τον Διγενή θα ακούσεις
να λαλεί μνημόσυνα λέξεων ιερών,
ύμνους ψυχών
που τυλίγει το σκότος.

Άνθρωπέ μου, εκεί στο σκότος
δες μια στιγμή τους κύκλους των αστέρων.
Θαύμασε
πώς, σαν όνειρα,
αιώνες αιωρούνται.

Κι αν θες συγκρούσεις εσωτερικές
να ανεχτείς,
τρέξε στις γραμμές του Σωτήρη
και, από την εύφημη μνεία
του αφόρητου που νιώθεις,
απαλλάξου.

Φοβάμαι πως ζω
μες στου αγέλαστου λύκου την αυλή.
Μα η γη μου
είναι ακόμη φιλόξενη.

Δεν την εγκαταλείπω.

Την ευγνωμονώ
που με κρατά στην αγκαλιά της,
όπως κρατά ο ποιητής
τις λέξεις του.

«Φτωχέ» ποιητή,

χρυσάφι
ό,τι σου φέρνει στο πανέρι η θάλασσα.

Ξύλο;
Γλυπτό το έκανες.

Σίδερο;
Με σοφή σκουριά το έντυσες.

Όνειρο θαλασσοδαρμένο;
Με ελπίδες σχεδόν αληθινές
το έζησες.

Το γαλάζιο;
Το κόκκινο;
Το ροζ;
Το βαθύ μπλε τ' ουρανού;

Ζωγραφισμένα
στα μάτια, στις παρειές
και στα όνειρα μιας κόρης,
όπου της θλίψης το χρώμα
γίνεται αμφιβολία, άνθος, στάχυ,
που αδημονεί για τον θερισμό.

Πώς, καρδιά μου,
κάνεις τη θλίψη τραγούδι;

Κρίμα δεν είναι
τόσος θάνατος
για λίγες λέξεις
με κόκκινο μελάνι;

Πώς, καρδιά μου,
συμβιώνεις
με τον πόνο, τον πόλεμο,
την κακή μοίρα, την αδικία,
τα ματωμένα κομμάτια του ουρανού,
που χύνουν βαθύ κόκκινο φως

στην Αθάνατη Γη,
στην Κόρη του Πελάγους,
στη μητέρα της Αφροδίτης;

Χρήστος Ρουμελιώτης
Αθήνα, 27 Ιουνίου 2026










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου