"Σπίτι μου σπιτάκι μου σπιτοκαλυβάκι μου."
Αυτό είναι ένα στιχάκι για την αγάπη που νιώθει κάποιος όταν το σπίτι του ανοίκει και ανεξάρτητα πόσο μικρό ή μεγάλο είναι. Το εκλαμβάνει ως ό,τι καλλίτερο έχει για σπίτι στη ζωή.
Ένα ποίημα για την κυρία Sonia, η οποία κατοικεί στην ίδια οικία πάνω από τριάντα πέντε χρόνια στην Dieppe Γαλλίας. Έχει αποκτήσει δύο πανέμορφα κορίτσια εγγονάκια από την κόρη της. Είναι μια ευτυχισμένη γιαγιά.
Τώρα ζει ήρεμα και απολαμβάνει τη μοναξιά της διακόπτοντάς την με πολύωρες συζητήσεις με βίντεο κλήσεις με την ξαδέλφη της Florence.
Και οι δύο γυναίκες περνούν μια όμορφη ζωή "sage comme une image" όπως έλεγε η γλυκιά MarYvonne η μαμά της Florance και είναι απόλυτα ευχαριστημένες. Χαίρονται τη ζωή τους όπως είναι. Αγαπούν ο,τι είναι πιο όμορφο στη ζωή. Τους πραγματικούς φίλους όπου και αν βρίσκονται. (Αν ζουν στο μπλε και τη θάλασσα ακόμα καλλίτερα).
Εκεί στην Dieppe κάποτε, γνώρισα μια ωραία γυναίκα ξαδέλφη και φίλη της αγαπημένης μου Florence την Sonia.
Με εντυπωσίασε με το παρουσιαστικό της και το πνεύμα της καί την ευγένειά της. Στο σπίτι της φάγαμε σνακ και ήπιαμε ένα φιλικό ποτήρι κρασί και περάσαμε όμορφα.
Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια χαρές και λύπες αλλά η καρδιά της και το τατουάζ της παραμένουν δυνατά και λατρεμένα.
Με τη Σόνια επικοινωνούμε μέσω βίντεο που μιλά με την Florence.
Το «Σπίτι μου, σπιτάκι μου, σπιτοκαλυβάκι μου» στα γαλλικά θα το απέδιδα όχι κατά λέξη, αλλά με τη ζεστασιά που έχει στα ελληνικά:
«Ma maison, mon petit chez-moi,
mon humble nid rien qu’à moi.»
Δηλαδή: Το σπίτι μου, το μικρό μου καταφύγιο, η ταπεινή φωλιά που είναι δική μου. Η λέξη chez-moi στα γαλλικά αποδίδει πολύ όμορφα ακριβώς αυτή την αίσθηση: δεν έχει σημασία αν το σπίτι είναι μεγάλο, μικρό ή ταπεινό· είναι ο δικός μου τόπος.
Και για τη Sonia, με όλα όσα περιέγραψαν θα της ταίριαζε ένα τρυφερό, λίγο νοσταλγικό αλλά χαρούμενο ποίημα:
À Sonia, dans sa maison de Dieppe
Ma maison, mon petit chez-moi,
mon humble nid rien qu’à moi…
Trente-cinq ans et davantage,
des souvenirs à chaque étage.
À Dieppe, près du bleu de la mer,
Sonia regarde passer l’hiver,
le printemps, les étés, les années,
avec les joies qu’elle a semées.
Deux petites-filles, belles comme des fleurs,
ont ajouté du soleil à son cœur.
Et leur grand-mère, heureuse et fière,
les garde tendrement dans sa lumière.
Aujourd’hui, elle aime le calme de chez elle,
une solitude douce et fidèle,
que vient interrompre, pour son bonheur,
la voix de Florence pendant des heures.
Deux cousines, deux amies,
qui savent encore sourire à la vie,
« sages comme une image »,
comme disait Marie-Yvonne avec tendresse et sagesse.
Elles n’attendent pas de la vie
qu’elle soit parfaite à l’infini.
Elles la prennent comme elle vient,
avec un rire, un souvenir, un verre de vin.
Elles aiment surtout les vrais amis,
ceux que la distance n’efface jamais,
et s’ils vivent près du bleu de la mer,
alors… c’est encore mieux, c’est clair !
Moi aussi, un jour, là-bas, à Dieppe,
j’ai rencontré Sonia.
Belle présence, esprit vif,
élégance naturelle et cœur généreux.
Chez elle, nous avons mangé, bavardé,
partagé un verre de vin en toute amitié.
Ce fut un de ces moments simples
que les années n’arrivent pas à effacer.
Depuis, le temps a passé.
Il a apporté des joies et des peines,
comme il le fait pour chacun de nous.
Mais le cœur de Sonia est toujours là,
fort, vivant et fidèle.
Et son tatouage aussi,
comme un petit signe gravé sur la peau
pour rappeler que certaines choses
résistent au temps.
Aujourd’hui, parfois, je retrouve Sonia
à travers l’écran,
lorsqu’elle parle avec Florence.
Et je me dis alors :
Heureux celui qui possède un chez-soi,
quelques vrais amis,
des souvenirs qui tiennent chaud
et, quelque part devant lui,
un peu de bleu et la mer.
Pour Sonia, avec toute mon amitié.
Christos Roumeliotis





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου