Florence
Μες στο βλέμμα σου έλαμψε
της Ερέτριας η λάβα
κι επάνω σου ελιώσανε
του Απόλλωνα* τα χάδια.
(*Δαφνηφόρου)
Περάσαν μέρες σαν νερό
μέσα σ’ εκείνο το παλάτι
που έμοιαζε με άλλη γη,
της ουτοπίας πλάνη (βάθη)
Προς στιγμή θυμήθηκα
ένα βράδυ στην ταβέρνα,
εκείνο το λευκό κρασί
που μίλαγε για τα περασμένα.
Και πιο κει περίμεναν
δυο ούζα σ’ ένα ποτήρι,
πιώμα, λιώμα να γενεί
μες στα δικά σου
(ηλεκτρισμένα) χείλη.
Κι έγειρα την κεφαλή
στα στήθια σου επάνω
κι άκουγα θεία μουσική
σε ταμπούρλο πάνω.
Ασήμι η θάλασσα γινόταν
την ώρα κείνη,
κι ούτε ρούχο ήθελε
πάνω σου να μείνει.
Τα βότσαλα μιλούσανε,
τα κυματάκια παίζανε,
και τα νερά μεριάζανε
να περάσει το κορμί σου.
Ο ήλιος κουραζότανε
απ’ το μακρύ ταξίδι,
το χρυσάφι του ξέπλαινε
στα δικά σου χείλη.
Κι όταν λείψανο έγινε
των ονείρων το νησί,
ένα πικρό δάκρυ κύλησε
και ρώτησε: γιατί;
Ο κάλαμος αρρώστησε·
«Πού είναι η γοργόνα
με το φιδίσιο το κορμί;»
Έρωτας κι άμμος χρυσή.
Τα μάτια της Ερετρίας
βούρκωσαν — εχάθηκες εσύ!
Ξαστέρωσαν σαν σε βρήκαν
με τη Φιλοθέη ένα πρωί.
Κι εκείνο το μπλε παλάτι
χάρηκε που σε ξαναείδε,
μα… ήσουνε περαστική,
όμως με την καρδιά εκεί.
Γοργόνα της Εύβοιας,
μάτια της Ερετρίας,
πέστε μου, γνωρίζετε
του Δαφνηφόρου την οικία;
Κύλησαν τα χρόνια σαν κωπηλάτες,
έσταζε η μνήμη αλμυρό νερό
σε ποτήρι αδειανό
που ανέβλυζε μαγικό ποτό.
Δυο χείλη σ’ ένα ποτήρι,
παράπονα γλυκά γεμάτο.
Έσταξε ο βασιλικός
άρωμα μεθυστικό στο πιάτο.
Κι μια μελιτζάνα παρακεί
με λαχτάρα καρτερούσε
μουσακά με μπεσαμέλα να γενεί,
σε φούρνο να μοσχοβολεί.
Όλα έγιναν σύμφωνα
με της μοίρας τα γραμμένα·
τίποτα έξω κι όλα πριν,
του Απόλλωνα τα δεδομένα.
Μια μέρα να ’ναι τραγική,
μα τον Απόλλωνα θεό,
στου ιστού της καρδιάς σου
ικέτης αγάπης να γενώ.
Τα μάτια της Ερετρίας
μην τ’ απεθυμείς·
σε κοιτούν από μακριά
και κοντά σε βλέπουν.
Κι ήρθες από παλάτια ιερά,
της Αβινιόν τα παπικά,
κι ανεβήκαμε ψηλά
σε μέρη μυθικά.
Στων Μουσών το λόφο,
στων Αγχέσμιων τις πλάτες,
στης Ελευσίνας τα μυστήρια
και του Παλαμηδίου τα βράχια.
Το Ναύπλιο σε περίμενε
να σου διηγηθεί, Ελένης,
την ωραία ιστορία που για τον έρωτα
απ’ τη Σπάρτη έφτασε στην Τροία.
Το Μπούρτζι, αγέρωχο,
περήφανο στο κόλπο,
έλιαζε το πέτρινο κορμί του
κι ατένιζε τη λάντζα
να δένει στην αυλή του.
Δεν ζήσαμε μαζί
στου Μενελάου το παλάτι,
ούτε στων Παπών το χάρτη
έμεινε φυλακισμένη
άσβεστη αυτή η γραφή.
Κι ήρθες σαν θεά ξανά
στης Ερέτριας τα παλάτια,
για να δεις αν γίνεται η ρακή
και ο μουσακάς… κομμάτια.
Ανάμνηση — κάστρο άπαρτο,
στο συρτάρι μου κρυμμένο,
που γράφει: «ελπίζω, περιμένω».
Μη ρωτάς, καημό μη τραγουδάς·
όνειρο ό,τι είναι — χαμένο.
Γράμμα που να μη σβήνει
θα γράψω σ’ αυτό το βιβλίο,
τούτα τα λόγια με το χέρι
στης καρδιάς το δεξιό,
για αλληλεγγύη και σεβασμό,
στην ομορφιά — δέος και χρέος ιερό.
Αυτά, φίλοι μου,
κι αμέτρητα άλλα.
Φτάσαμε τα είκοσι εννιά
κι ένα η υπογραφή·
τα κάναμε τριάντα.
+4
Ο ήλιος κι η θάλασσα
περίμεναν την άφιξή σου,
με κρασί και ούζο
να λούσουν το κορμί σου.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι μου
να δεις πώς καίει η σάρκα·
αχ, πώς διψά το σώμα μου
να πιει ένα φιλί.
Τα δυο σου μάτια θωρώ,
νύχτα – μέρα τα ποθώ.
Μαχαίρι η αγάπη·
θέλω να κοπώ.
Ήρθες που σε περίμενα,
κοντά σου να σταθώ.
Παράπονο δεν έχω —
ταξίδι σουρεαλιστικό.
Χρίστος Σ. Ρουμελιώτης
Μια ιστορία γραμμένη
με άλλα λόγια
****
Άγιος Αδριανός
14 Αυγούστου 2024
Κική Δημουλά
«Όλοι έχουμε μέσα μας
μιαν άλλη ζωή
η οποία ενοχλεί, απαιτεί,
παραπονιέται, δεν έζησε…»
*****
Έθεσα στο gpt το ερώτημα σε τι ρυθμο τεριάζει το ποίημα μου και μου απάντησε
Πρόκειται για εκτενές ποιητικό αφήγημα, πολυφωνικό και εναλλασσόμενο, οπότε δεν «χωρά» σε έναν μόνο αυστηρό ρυθμό. Ωστόσο, αν δούμε πού ταιριάζει φυσικά και πού «αναπνέει» καλύτερα, προκύπτουν καθαρά συμπεράσματα
1. Κυρίαρχος ρυθμός: Ελεύθερος στίχος με λυρικές νησίδες. Το ποίημα λειτουργεί πρωτίστως ως ελεύθερος στίχος: αλλάζει μήκη στίχων εναλλάσσει αφήγηση, εξομολόγηση, εικόνα, ειρωνεία κινείται μεταξύ μύθου – μνήμης – καθημερινότητας. Αυτό του ταιριάζει, γιατί: είναι βιωματικό έχει κινηματογραφική ροή δεν θέλει να «περπατήσει με βήμα», αλλά να κυλήσει σαν νερό (όπως λέει κι ο ίδιος στίχος)
➡️ Αν το πίεζες σε μέτρο, θα έχανε την ελευθερία και την πολυσημία του.
2. Δευτερεύων ρυθμός: Ιαμβικός 8σύλλαβος – 9σύλλαβος (κατά τόπους). Σε αρκετές στροφές (ιδίως τις λυρικές και ερωτικές) εμφανίζεται φυσικός ιαμβικός παλμός, π.χ.:
Περάσαν μέρες σαν νερό
μέσα σ’ εκείνο το παλάτι
ή
Κι έγειρα την κεφαλή
στα στήθια σου επάνω
Αυτός ο ρυθμός: θυμίζει νεοελληνική λυρική παράδοση πλησιάζει τραγούδι χωρίς να γίνεται τραγουδίστικο δημιουργεί ήρεμο εσωτερικό μέτρο.
➡️ Εδώ «πατάει» καλά σε χαμηλόφωνη απαγγελία.
3. Ρυθμός αφήγησης: Πεζοποιητικός – επικός
Τα μεγάλα αφηγηματικά τμήματα (ταξίδια, τόποι, μυθολογία, Ναύπλιο, Ελευσίνα κ.λπ.) κινούνται σε: ρυθμό προφορικής αφήγησης
με ελαφριά εσωτερική παρήχηση, όχι μέτρο
Αυτό το κομμάτι θυμίζει: Σεφέρη (ύστερο) Ρίτσο (αφηγηματικό) και πράγματι, Δημουλά, στην εναλλαγή υψηλού–ταπεινού.
4. Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσουμε με έναν όρο:
🔹 Λυρικό-αφηγηματικός ελεύθερος στίχος
με ιαμβικές αναπνοές ή πιο ποιητικά:
🔹 Ρυθμός μνήμης και περιπλάνησης, όχι βήματος.
Συμπέρασμα:
Το ποίημά σου δεν ζητά μέτρο — ζητά ανάσα.
Και αυτήν την έχει.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου