21 Δεκεμβρίου 2025

Χριστούγεννα 2025 γράμμα με τον Άγιο Ταχυδρόμο στη Γιάννα


"Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του." Ο. Ελύτης 

Γράμμα

Αγαπημένη Γιάννα μας

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2925

Χριστούγεννα έρχονται είναι ήταν πάνε. Είναι μια ιδιαίτερη περίοδος που ο καθένας την ζει διαφορετικά. Φέτος (2025) νιώθω πιο έντονα την απουσία σου στο σπίτι. Κατέβασα από τη βιβλιοθήκη ένα βιβλίο του Ελύτη με επιλογές από διηγήματα Παπαδιαμάντη. Μου χρειάζεται ο ιερός αυτός συγγραφέας να με συντροφεύσει τις γιορτές. Ο λόγος του ταιριάζει στη ζεστή γλυκιά φωνή σου που ήταν γεμάτη αίσθηση, κατάνυξη, αγάπη, λυρισμό. Σε ακούω τώρα. Σε ακούω μέσα από τις φωτογραφίες. Σε ακούω μέσα από τα αγαπημένα σου αντικείμενα ρούχα κοσμήματα, φορέματα, αρώματα.. Όσοι μένουν μόνοι έχουν γεμάτο το σπίτι με παγωμένες εικόνες (μα ζεστές στην καρδιά ❤️) από το χρόνο στα τραπέζια, στα ράφια στους καθρέπτες στους τοίχους, ξέρουν γιατί..



Τα παιδιά είναι καλά

Ο Χρήστος μας είναι σε φάση πλήρους ανάρρωσης από επέμβαση στο διάφραγμα. Ξέρεις αυτό το πρόβλημα. Αποφάσισε να το αντιμετωπίσει στο Ελπίς στα χέρια ενός καλού χειρουργού φίλου, φίλης του Ιάσονα, της Σταυρούλας από τη Χαλκίδα.

Ο Σπύρος μας πρόσφατα ήταν αδιάθετος. Πέρασε κάποιο κρυοματάκι. Σκεφτόμαστε να πάμε Μπακιρτζή στις δύο και τρεις  του Γενάρη στην Αίθουσα Παρνασσός. Ψηνόμαστε.

Ο Ιάσονας φεύγει στις 29/12/2025 για ένα χρόνο μαζί με την Ιωάννα στην Ολλανδία. Μετακόμισε σπίτι μας. Το σπίτι χάρηκε πολύ, ανάπνευσε, γέμισε ζωντάνεψε. Έχει ένα πελώριο άνετο κρεβάτι και το τοποθέτησε άριστα στο δωμάτιο μαζί με τα πράγματα του. Θα μας λείψουν για ένα χρόνο. Τόσο η Ιωάννα όσο και ο Ιάσων θα δουλέψουν από κει στις ίδιες δουλειές. Ζορίζομαι αρκετά που θα μου /μας λείψει. Μου ήρθε ξαφνικά το νέο και νιώθω από τώρα την απουσία του. Ας είναι όμως για το καλό τους. Έδωσα την ευχή μου για καλή τύχη και με ευτυχία και επιτυχία να εκτελέσουν την αποστολή τους και γυρίσουν. 

Για μένα 

Έχουν περάσει 3 χρόνια και 6 μήνες από τότε που έφυγες. Στο διάστημα αυτό επέλεξα ακόμα μια φυγή από τη ζωή μου αλλάζοντας περιβάλλον, σκέψεις, σχέσεις. Λες και είναι μέσα μου η γεωγραφική αλλαγή λόγω δουλειάς ψυχολογίας, συνθηκών. Κάτι με τράβηξε έντονα προς τον Άγιο Ανδριανό. Λες και είχα μέσα μου ένα προσομειωτή της παλιάς ζωής του χωριού και του παρελθόντος. Ξανάζησε η ύπαιθρος μέσα μου, τα χωράφια, το χωριό, οι πάντες. Τους έφερα μπροστά μου με εικόνες και λόγο. Είναι μαζί μας τώρα στα ηλεκτρονικά βιβλία. Άρχισα να ξανά χτίζω σχέσεις με συγγενείς, φίλους και επιλεκτικά άγνώστους. Ταξίδεψα και στο εξωτερικό. Ταξίδεψα και στο εσωτερικό. Μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχισμένος που σε σκέπτομαι τόσο έντονα συχνά και έχω την ανάγκη του βλέμματος σου και της τσαχπινιάς σου. Από πλευράς υγείας συνεχή έγνοια και φροντίδα γενικής υγείας και ιδιαίτερα της μέσης. Τελικά το κατάλαβα. Είναι της ηλικίας και έπεισα τον εαυτό μου να μάθει να ζει με τα προβλήματα του και να σκάσει δηλ. να διαμαρτύρεται..

Τρία χρόνια υλικής και πνευματικής δημιουργίας σε επίπεδο όμως bricolage (!) μικρών έργων δηλ. συντήρησης. Ποιηματάκια νοσταλγίας, οργάνωση αρχείων, βραχόκηπος, αυλή και κουζίνα με συνεχόμενη γραμμική πίστα χορού, θεατράκι, decor, κήπος κλπ. Αλλά τι λέω; χωρίς να προλογίσω το Χρήστο μας και το έργο του; Ένας αξιέπαινος εργάτης πνεύματος και χειρός με φανταστικές ζωγραφικές δημιουργίες. Πραγματοποίησε πετυχημένη έκθεση και πολλές καινοτόμες παρουσιάσεις και προωθήσεις έργων του. Ορμητήριο το ατελιέ του παππού πλήρες εργαστήριο ζωγραφικής σήμερα. Το έχει και ως loft. Ο Χρήστος συνεχίζει το έργο σου με άλλη μορφή στο ΚΕΦΙ. Παραδίδει μια φορά τη βδομάδα μαθήματα. 

Φίλοι, συγγενείς..

Η θεία η Γεωργία 105 (κάπου κει;) να όρθια! Για μένα πλέον έγινε μάνα καθώς δεν έμεινε άλλη συγγενής με τα χαρακτηριστικά του γέροντος σοφού χαρούμενου ανθρώπου που ζει λατρεύει και λατρεύεται από τα παιδιά του Γιάννα και Λίτσα.
Ο Βαγγέλης ο πατριώτης κατέβηκε Ρόδο για δουλειά. Γιάννα και Μιμή καλά και σε φιλούν.
Δεν θυμάμαι αν σου έγραψα για τον Τουρλεντέ. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο έφυγε. Άφωνος έμεινα. Πήγαν τα παιδιά στην τελετή αποχαιρετισμού. Απέκτησε 2 εγγονάκια.
Η Νούλα θα αποκτήσει εγγονάκια! α τι ωραία!
Η γλυκιά Σύνθια μου γράφει συχνά. Ναι δεν σε ξεχνάμε. Απέκτησε και εγγονάκι. .. έβρεξε την ποδιά της από χαρά..  Έφυγε και ο μπαμπάς της. Τον λάτρευε. Και η Κική και οι άλλες φίλες σου. Τις έχω όλες στον ιστότοπό σου. Πρόσφατα βρήκα τις αφιερώσεις τους πίσω από ένα κάδρο που σου χάρισαν το 2013 στα γενέθλιά σου. Η Αύρα σας δεν είναι πια εδώ!
Χριστούγεννα ήταν Γιαννούλη μας ήρθαν και φύγανε.. Έδωσα αυτό το γράμμα στον Άγιο Ταχυδρόμο και του είπα να σου το παραδώσει. 

Σου στέλνω και ένα ρεπορτάζ από το χωριό που κατεβήκαμε πρόσφατα με το Χρήστο. Ναι και το Μελίσσι Κορινθίας δεν το ξεχνάμε..

Σε αγαπώ σε αγαπούμε Χρίστος και παιδιά. Σπύρος Ιάσονας Χρήστος 

Πίνακας χαρισμένος στη Γιάννα από τις φίλες της Σύνθια Κική και Αύρα και..






Απόσπασματα: Από τη μαγεία Παπαδιαμάντη Οδυσσέα Ελύτη: 
^×^×^×^×^×
ΟΣΟΙ ΛΕΥΚΟΦΟΡΟΙ

ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ἀπό τὸ μέρος τῆς ἀθωότητας – λευκοφό-ρος την διάνοιαν, πού λέει κι ὁ Ρωμανός – σε δύο περι-πτώσεις: ὅταν δὲν ἔχει φτάσει στο σημεῖο νὰ ὑποψιασθεῖ κάν τὸ μαῦρο· κι ὅταν τὸ ἔχει διατρέξει ὡς τὴν ἔσχατη ἄκρη του, ἔτσι που να πατήσει ἀπό τὸ ἄλλο μέρος πάλι στο λευκό· μέ πλήρη συνείδηση ὅτι ὅσα γνώρισε στό ἀνα-μεταξύ τοῦ εἶναι ἀπολύτως ἄχρηστα.

Μιλῶ πέραν ἀπό τήν ἀνάγκη καί πάνω ἀπὸ τὴν ἀνισό-τητα τῶν πεπρωμένων.

Μορφές ὅπως τοῦ Πλωτίνου, τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελω-δοῦ, τοῦ Fra Angelico, τοῦ Blake, τοῦ Vermeer, τοῦ Höl-derlin, τοῦ Novalis, τοῦ Mozart, τοῦ Rimbaud, τοῦ Shel-ley, τοῦ Θεόφιλου, τοῦ Παπαδιαμάντη, διαφορετικές στο ἔπακρο, μ᾿ ἑλκύσανε ἀνέκαθεν – ἀνεξάρτητα ἐντελῶς ἀπό τή ζωή τους – γι' αὐτό τό λευκό σημάδι που διασώ-ζανε στο ἔργο τους, τή λάμψη πού ἔφερναν εἴτε με τρόπο ἤπιο εἴτε μέ ἀγριότητα.

Ἐπειδή, βέβαια, ἡ χώρα τῆς ἀθωότητας δὲν εἶναι ὅπως τή φαντάζονται μερικοί· ἔχει τοὺς ἁγίους της καί τ' ἀγρίμια της, τα παρθένα δάση καί τα γαλήνια νερά της.

Χρειάζεται να 'σαι τέλεια ἀφοπλισμένος για να προ-χωρήσεις μέσα της. Εἶναι τόσο ἀραιός ὁ αἰθέρας ἐκεῖ, πού καμιά κοσμοθεωρία δέν ἀντέχει, καμιά σοφία δέν

9

ἔχει πέραση. Μαργαρίτες ἀπό σταλαγματιές λάμπουνε πάνω στο δέρμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπέτυχαν να 'ναι ἄν θρωποι καὶ μόνον. Τα κορίτσια τείνουν τσαμπιά φωτός καὶ πλέουν ἡμίγυμνα, μὲ τὰ χείλη μισάνοιχτα, τις φτέρ νες χτυπώντας τὸν ἀέρα. Κάποτε ἀγγίζουν ἠλεκτροφόρα σύρματα, καί τότε φοβερές ἐκλάμψεις σχίζουν τὸν οὐρα νὸ· ἦχοι διαστημικοί καί μουγκρητά κυμάτων ἀόρατων ἀκούγονται· ὕστερα, τὰ κενά ποὺ ἀφήνουν ἔρχονται νὰ τὰ γεμίσουν ἀνοίγοντας οἱ κάλυκες τῶν λουλουδιών.

Δὲν ὑπάρχουν ἐποχές, μήτε κανένας ἐκεῖ σταυροκοπιέται. Εἶναι μια συνεχής μεθεπομένη καταιγίδας, ὅπου οἱ ἄγγελοι σύρνουν μάλλινους μανδύες πάνω σ' ἕνα χορτάρι σμαραγδί κι ἀτσάλινο. Οἱ ναοί, λεῖοι σὰν ἀπό μέταλλο καὶ ὅλο ἀναβαθμίδες, εἶναι γεμάτοι ἀφιερώματα: πανέρια με πορτοκάλια, κάνιστρα μέ πρασινωπά ψάρια, χάντρες ἀπό aqua marina, κουλουριασμένα σχοινιά, μπρούντζινες ἄγκυρες, πεταλούδες ὅλων τῶν σχημάτων. Στά σπίτια οἱ στέγες ἀνεβοκατεβαίνουν ἁπαλά σα ν' ἀνασαίνουν, και στούς δρόμους, ἔξω, ὑπερμεγέθη ποδήλατα μέ γενειοφό ρους περνᾶν ἀναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Οἱ νόμοι, χαραγμένοι σε πελώριες τετράγωνες πέτρες, γίνονται το καταμεσήμερο εὐανάγνωστοι – ἔπειτα πάλι, σιγά σιγά, σβήνουν, γιὰ ν' ἀναφανοῦν τὴν ἄλλη μέρα – τόσο πιό καθαρά ὅσο πιό κατακόρυφος ὁ ἥλιος.

Ὥ, ναί, εἶναι δύσκολο νὰ τὸ ἐξηγήσει κανένας. Πρό-κειται για μιά “μηχανή", με την παλιά σημασία, ποὺ μὲ κάθε κίνηση πρὸς τὰ πίσω ξεγράφει τὴν ἱστορία καί μέκάθε κίνηση πρός τὰ ἐμπρός διανοίγει μια παρθένα ὁδό: γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει ὁ καθένας διαρκές τὸ ἀκαριαῖο καί ἀκαριαῖο τὸ διαρκές· νὰ βλέπει ὅ,τι ἀγαπᾶ σὰν τὸν

πυρήνα ἑνός παραδείσου. Ὅσοι λευκοφόροι, ἐννοήτωσαν.

10

ΣΕ ΤΙ ΜΑΣ ΜΕΤΑΒΑΛΛΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, ἄγνωστο· οὔτε καί, πιστεύω, πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ. "Αν κανένας δέν ἀνεβαίνει στον Ὄλυμπο, δε σημαίνει ὅτι ὁ Ὅλυμπος παύει νὰ ὑπάρχει.

Αὐτό πού ὀνομάζουμε "ποιητική ἀλήθεια" εἶναι αὐτο-δύναμο. Ἐκδηλώνεται τὸ ἴδιο ἀποτελεσματικά στα χα ρακτικά τῶν σπηλαίων ἤ στα ξόρκια τῶν ἀγρίων, στις κραυγές τῶν μπήτνικς ἤ στις ταινίες τοῦ Fellini· ἔτσι που μποροῦμε θετικά νὰ ἐλπίζουμε ὅτι μιά μέρα καὶ ἀπό τὰ σκάφανδρα τῶν διαστημανθρώπων ἤ ἀπό τίς πλαστι κές πλαγγόνες μέ τά ἐμετικά χρώματα ἡ ἴδια ἀλήθεια θά βρεῖ τὸν τρόπο νὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ.

Το πρόβλημα εἶναι ἄλλο: ἕως ποιό σημεῖο, στις μέρες μας, ἡ ψιμυθίωσή της ἀπὸ τὰ λεγόμενα περισσεύματα τῆς εὐημερίας θὰ μᾶς καταδικάζει ν' ἀποφλοιώνουμε και ταστάσεις, ἑωσότου βροῦμε κάτι περίπου ἰσοδύναμο μέτο βλέμμα ἑνός ζώου ἤ το μουρμουρητό μιᾶς πηγῆς. Ἐπειδή το τέρμα βρίσκεται πάντοτε στη φύση· πιο συ γκεκριμένα, στόν παλμό κάποιου ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ. Δε γίνεται ἀλλιῶς. Εἶναι μιὰ ἔσχατη ἀναγωγή, που την ἐκτελεῖ κανείς ὑποχρεωτικά, μὲ ὅποιον τρόπο καὶ ἄν προχωρεῖ, ὅποια μέθοδο καί ἄν ἀκολουθεῖ. Κι ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἄποψη (φαίνεται σκληρό, ἀλλά πρέπει νὰ τ᾿ ὁμολο-γήσουμε) οἱ χιλιετίες τῆς ἀνομίας καί τῶν πολέμων μᾶς ἐπιτρέψανε – θὰ ἔπρεπε πιό σωστά νὰ πῶ, μᾶς ὑπο-χρεώσανε – να 'χουμε ἀδιάκοπα τα δάχτυλα στο σφυγ-

11

μό. Ἕνας ἄνθρωπος πού κραυγάζει ἀπό τὸν πόνο δέν κά-νει – δὲν προφταίνει να κάνει – αἰσθητική. Ἕνας φτω χὸς δὲν ἔχει κάν τὰ μέσα να ψευτίσει. Καλός ἤ κακός, μὲς στὴν ἀδυναμία του, μένει ἀτόφιος, ἀληθινός. Γυαλί ζει ὅπως ὁ στιβαρός μηρός μιᾶς δούλας πού σφουγγαρί ζει καὶ ὅπου ἡ ὀμορφιά τοῦ χρυσοκαμένου δέρματος συ-νυπάρχει μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἀδικίας, ἄν θέλει κανείς να τὸ βλέπει ἔτσι, χωρίς ἡ ὠφελιμιστική τοῦ ἑνὸς ἰδιότητα νὰ ἐξουδετερώνει τὴν ἄλλη, τη χαριστική. Βρίσκονται καί οἱ δύο τους ἐνσωματωμένες μέσα στη μία καί μόνη πραγματικότητα.

Ἐὰν ἡ κοινωνιολογική κριτική κρύβει ἀδυναμίες, ὁ καλύτερος μετρητής Γκάιγκερ, γιὰ νὰ τίς ἀνιχνεύσει, ὅπως τὰ στρώματα οὐρανίου στὸ ὑπέδαφος, εἶναι τὸ ἔργο ποὺ ἐπέτυχε νὰ μὴν παραβεῖ μιάν τέτοιου είδους συνύ παρξη σ' ἕνα ὅλο, σ' ἕνα σῶμα, ὅπου μήτε ἡ χάρη ν' ἀνατρέπει τὴν ἀσυμμετρία μήτε ἡ κάκητα τή συμπόνια.

Ν' ἀπομονώνεις τὸ ἀναπομονώσιμο, αὐτό εἶναι τὸ λά-θος. Καί μπορεῖ νὰ μένουν ἐσαεί κοιμάμενες οἱ ἀρετές σ' ἕνα δημιούργημα – κάτι πού ζημιώνει πρίν ἀπ' ὅλα ἐμᾶς τοὺς ἴδιους – μόνο καί μόνο ἐπειδή, ἀπό τήν πολλή ἀφο-σίωση σε κάτι που πιστεύουμε προσώρας, πιάνουμε τη θάλασσα ὁ ἕνας ἀπό τό χρῶμα της, ὁ ἄλλος ἀπό τήν ἁλ-μύρα της, μέ ἀποτέλεσμα, καί στις δύο περιπτώσεις, ὁ ἐρευνητής μέσα μας νὰ ὑποβιβάζεται στην τάξη τοῦ συμ-φεροντολόγου.

Στό ἀναμεταξύ ὁ ἀπρόσωπος χρόνος παραμένει ἄτε-γκτος, κι ὁ μυστηριακός μηχανισμός του ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ, στο πεῖσμα ὅλων μας τῶν συναισθηματι σμῶν, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχουμε.

Στον μισόν καί πλέον αἰώνα ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπό τὸ θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη τ' ἀντιστύλια τοῦ οἰκοδομή-

12

ματός του ἔπεσαν ἕνα πρός ἕνα. Ἡ ἀγροτική φάση πέρα-σε στη βιομηχανική, το χωριό στην πολιτεία, ὁ χριστια νός στὸν ἄπιστο· κοινοτοπίες που, ἄν εἶχαν τὴν ἴδια ση μασία τοῦ ἀναπότρεπτου γιὰ τὸ πνεῦμα ὅση ἔχουν για την καθημερινή μας ζωή, θὰ ἔπρεπε ἡ μορφή του. Σκια θίτη διηγηματογράφου νὰ ἔχει γίνει ἀέρας. Δὲν ἔγινε. Μια μέρα το παρελθόν θὰ μᾶς αἰφνιδιάσει με τη δύνα

μη τῆς ἐπικαιρότητάς του. Δε θα 'χει ἀλλάξει ἐκεῖνο ἀλ λά το μυαλό μας. Ἕνα ψήλωμα νοητό, πού θά χρειαστεῖ νὰ τὸ ξανανεβοῦμε γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε σωστά τις δια-στάσεις τῶν πραγμάτων γύρω μας. ᾿Από ἕνα τέτοιο ψή λωμα εἶναι πού πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα τοῦ Παπαδιαμάντη. Τότε μόνο θα καθαρίσει το τοπίο, γιά νά φανοῦν οἱ σταθερές που το συνέχουν· οἱ ἄνθρωποι θά πά ψουν να 'ναι ἁπλῶς οἱ φορεῖς ἠθῶν καί ἐθίμων· καί οἱ θάλασσες ἀνάμεσα στοὺς ἄγριους βράχους θ' ἀποκτήσουν την προέκταση τὴν ἠθική πού θέλησε ὁ συγγραφέας, δο-κιμάζοντας να συνθέσει τα φυσικά στοιχεῖα μὲ τὸν τρόπο πού θά τό ἔκανε γιὰ ἕνα ἰδεόγραμμα. Μήν πηγαίνει ἀμέ-σως ὁ νοῦς μας στο ὑποδεκάμετρο, νά ὑπολογίσουμε σάν περιδεεῖς ἐμποροϋπάλληλοι μήπως τσοντάρουμε κανέναν πόντο παραπάνω στις πραγματικές του προθέσεις. ᾿Από τη στιγμή που τὸ ἀποτέλεσμα μιλάει, ὁ δημιουργός του παύει να 'χει τὴν ἀποκλειστική εὐθύνη. Πόσο μᾶλλον στην περίπτωση τοῦ Παπαδιαμάντη, που το χέρι του, θά 'λεγες, ἀποξενώνεται πολλές φορές, γιὰ νὰ ὑπακούσει σε

μιάν ἄλλη φωνή, καί ὁ ἴδιος, μόνον ἐκ τῶν ὑστέρων, ὄχι χωρίς κάποιαν ἀμηχανία, νὰ τὴν ἀναγνωρίσει για δική του.

Στὴν Ἑλλάδα, ἕνα εὐαίσθητο παιδί μεγαλωμένο πλάι στη θάλασσα ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς ἀκοῆς τρισδιάστατη. Στη μιά πιάνει τοὺς ἀγέρηδες καὶ τὸν παφλασμό τῶν κυ

13

μάτων· στη δεύτερη, τήν ἑλληνική λαλιά στην ἀρχική μας φθογγολογική σύσταση· στην τρίτη, τὸν κόσμο τῶν νοημάτων, ἀπὸ τῆς Ἰωνίας τούς καιρούς καί δώθε. Μια τέτοια ταυτόχρονη ἐγγραφή προλαβαίνει, πρίν ἀπὸ τὴ συνείδηση, ν' ἀποτυπώσει περιοχές ὁλόκληρες, πού ἀρι γότερα, πολύ ἀργότερα (ὅπως στὴν ἐμφάνιση ἑνός φωτο γραφικοῦ στιγμιότυπου), βλέπει κανείς να διαγράφονται καθαρά μπροστά του.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει με τίς ἐνδιάθετες ροπές τοῦ Σκιαθίτη, που, ἄν τις ὁδηγῶ στὸ ἀπόλυτο, βεβαιότατα τὸ κάνω ἀπὸ σκοποῦ. Εἶναι ἀπαράδεχτο, ὕστερα ἀπό ἐξήντα καὶ πλέον χρόνια, νὰ εἴμαστε τόσο στοιχειώδεις καὶ πρωτόγονοι ἀπέναντι στὸ ἔργο του, να καταλαβαί νουμε “παπά” ἐκεῖ ποὺ αὐτός ἐννοεῖ “σχῆμα". Υπάρχει πρόοδος καί στον τρόπο που διαβάζει κανείς· ἀπὸ τὴν ἐποχή μάλιστα πού ἄνοιξε το στόμα του ὁ Μινώταυρος τοῦ κινηματογράφου, γιά να καταβροχθίσει ὁλόκληρο το ἀνεκδοτολογικό μέρος τῆς ζωῆς, ἡ πεζογραφία δέν ἔχει νόημα, δέ “στέκεται", παρά μέ ὅ,τι μένει ἀπέξω καί δεί-χνει ὅτι ξέρει να διαρκεῖ πέρα ἀπό τή δράση.

Τις ἀρετές μιᾶς τέτοιας διάρκειας εἶναι πού ἀναζητῶ στον Παπαδιαμάντη, ὅπως σ' ἕναν ποιητή, μεταπηδώ-ντας ἀπό τὸ πρῶτο στάδιο – πού εἶναι ἡ παρατηρητικό-τητα – στο δεύτερο – πού εἶναι ἡ μαγεία –, ἐκεῖ που ἐξακολουθοῦν νὰ παλιώνουν τα πράγματα, παραμένει ὅμως καινούριος ὁ Θεός· καί, φυσικά, οἱ λέξεις που τον ἐκφράζουν.

14

Η συνέχεια άλλη φορά αν θέλετε..!!


ΟΠΟΤΑΝ, ΑΞΑΦΝΑ, βλέπεις την πραγματικότητα ν' ἀναστρέφεται: οἱ πέτρες τοῦ βυθοῦ μετεωρίζονται ἀνάλαφρα στο στερέωμα ἐνῶ οἱ ἀστροναύτες κατευθύνονται στὰ ὕφαλα μέ ἀργές κινήσεις· ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη συ μπλέουν· στην πλάστιγγα τῶν ἀνθρωπίνων ἕνα χαμόγελο κοριτσιοῦ ἀντισταθμίζει το χρυσάφι ὅλου τοῦ κόσμου μιά μικρούτσικη ἐλπίδα ἑτοιμάζεται ν' ἀποσπασθεῖ ἀπό τὴν ὀργὴ τῶν λαῶν ὅπως ἀπό τό μεταξοσκώληκα ἡ πεταλούδα.

........

Βρισκόμαστε μακριά ἀπό τὸ ρεαλισμό πού χαρακτηρί ζει τον Παπαδιαμάντη, καί ὅμως πολύ κοντά στο δεύτε-ρο νόημα πού ἀποκτοῦν πρόσωπα και πράγματα μέσα στο μύθο του, ἀρκεῖ νὰ κρατήσεις διαφορετικά τό κάτο-πτρο ἀντικρύ τους. Πολλές φορές βοηθάει σ' αὐτό κι ἡ ἴδια ἡ ἀτημελησία τοῦ ὕφους του. Μειονέκτημα, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία· πού ὡστόσο, χωρίς να το καταλά-βεις, με μια κλίση ἁπλῶς τῆς κεφαλῆς πρὸς τὸ πλάι, κερδίζει φῶς καί σε πάει ἀλλοῦ μέ τόση πειθώ μαγική, πού, θέλεις δέ θέλεις, ἀναγκάζεσαι στο τέλος να λησμο-νήσεις τόν κρυφό γραμματοδιδάσκαλο μέσα σου.

Πρόκειται γιὰ τὴν ἀτημελησία που βρίσκουμε, ἀκρι-βῶς, καί στήν ἐμφάνισή του. Κάτι πέραν ἀπό τὸ προμε-λετημένο, πού ὄχι μόνον δὲν ἐνοχλεῖ, ἀλλά φέρνει τά πράγματα κεῖθε ἀπό τήν κακομοιριά καί δῶθε ἀπὸ τὴν πολυτέλεια, στο σωστό ἀνθρώπινο μέτρο. Περίπου, δη-λαδή, ὅ,τι κάνει καί ἡ φύση ὅταν συνθέτει τα δικά της

15

ἔργα, έναν βυθό θαλασσινό, ἕναν κάμπο στο ἔβγα τοῦ Απρίλη, καταπιστευμένη σε μια τυχαιότητα πού ἀποδει κνύεται - τί περίεργο - ἀλάνθαστη. Δε βρίσκεις ποτέδύο βότσαλα πού ν' ἀντιμάχονται το ένα το άλλο, δύο ἀγριολούλουδα πού ὁ συνδυασμός τους νὰ μὴν ἀποτελεῖ νω ἀπό τά καθαρά νερά μιᾶς χαλικόσπαρτης ἀκρογια ἁρμονία· καὶ αὐτό εἶναι τὸ θαῦμα. Ἴδιο, εἴτε σκύβεις πά λιᾶς, ὅπως εἶναι τὰ Λαλάρια τῆς Σκιάθου, εἴτε πάνω ἀπό τὰ φραστικά σχήματα πού φωτίζουν το βυθό στα διηγή ματα τοῦ Παπαδιαμάντη. ᾿Αθωότητα, ἔτσι κι ἀλλιῶς. Η γλυπτική ἐντέλεια καί ἡ σύμμετρη γειτονία τῶν λείων – μώβ, ρόζ, λευκῶν, μαύρων – λαμπερῶν πέτρι νων σωμάτων δέν ἐπιδέχεται κριτική, ὅπως καὶ ὁτιδήπο τε ἄλλο που συμβαίνει νὰ ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὸ χέρι του Θεοῦ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: πῶς αὐτό πού, βέβαια, ὀφείλε ται στὴν ἀπουσία κάθε ἀνθρώπινης ἐπέμβασης, το ξανα βρίσκεις ἄξαφνα σ' ἕνα δημιούργημα βγαλμένο από τη βούληση τοῦ ἀνθρώπου; Μάταια θά 'ψαχνε κανείς ν' ἀνα καλύψει τὴν ταχυδακτυλουργία τοῦ θαυματοποιοῦ. Μᾶλ λον θά ἔπρεπε να πιστέψει ὅτι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς τοῦ συγγραφέα – σ' ὅλη τή διάρκεια που κρατάει το γράψιμο – ἀκολουθεῖ τὸν ἀντίστροφο δρόμο τῆς νοητι κῆς του λειτουργίας, ἔτσι πού ν' ἀπαλείφει κάθε ἴχνος ἐγκεφαλικῆς διεργασίας· καί ὅτι, σε τελική κατάληξη, ὅλος αὐτός ὁ μικρός λαός τῶν ἀνθρώπων που μισοῦνται κι ἐρωτεύονται δὲν εἶναι παρά μαργαρίτες και παπαρού νες σ' ἕναν ἀγρό παραθαλάσσιο, τη στιγμή που προ-σγειώνεται στο ἔδαφός του, για να ψάλει τραγούδια τοῦ

ἔρωτα, κάποιος ἄγγελος Κυρίου. Τραγούδια τοῦ ἔρωτα ὁ ἄγγελος; Ναί, ἄν θέλουμε ν' ἀκριβολογήσουμε. Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ Παπα διαμάντη. Ἡ λάμψη του δὲν εἶναι ἀπαύγασμα μιᾶς ψυ

16

χῆς χριστιανικῆς με τη συμβατική ἔννοια. Εἶναι ἡ προ-βολή ἑνός ἐσωτερικοῦ κόσμου ἀπείραγου ἀπό τίς μικρό τητες ἀλλά γεμάτου καθάριον ἔρωτα. Ἕνα φωσάκι σάν αὐτὰ ποὺ συντηροῦν οἱ ἄγνωστες δυνάμεις μές στον δρυ μαγδό τῆς ἀνθρωπότητας, για να τη σώζουν ἀπό μιά συλλήβδην καταδίκη της. Κάτι που με διαφορετική ποιό τητα ἤ ἕνταση ἀπαντοῦμε στις πιὸ ἑτερόκλητες φύσεις, ἕναν Σολωμό ἤ ἕναν Βενιζέλο, ἕναν Κουντουριώτη ή έναν Θεόφιλο, π.χ. – για να περιοριστοῦμε στον ἑλληνικό χώ ρο. ᾿Από τέτοια σπάνια φωτεινά σημεῖα κρέμεται ἡ κλω στὴ ποὺ μᾶς κρατάει πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο.

Τὸ φῶς τοῦ Παπαδιαμάντη βρίσκεται μᾶλλον πιό κοι ντά στο πανάρχαιο λυχνάρι. ᾿Αλλά σ' ἕνα λυχνάρι το φῶς, ἂν ὑπάρχει, ὀφείλεται στο λάδι. Θησαυρισμένο το δικό του ἀπό τούς ἐλαιῶνες τῶν παιδικῶν του χρόνων, ἄργησε ν' ἀνέβει στο φιτίλι. Χρόνια καί χρόνια φυλαγμένο στο ὑποσυνείδητό του, γαλήνευε, καταστάλαζε, λα-μπικάριζε ὅλα τῆς παιδικῆς ἡλικίας τα περιστατικά, μ' ἕναν τρόπο πού θά ἔδινε το δικαίωμα να ὑποστηρίξει και νείς πώς ἡ ὡρίμανση τοῦ συγγραφέα γινόταν ἐν ἀγνοία του ἐκεῖ, σε μιά περιοχή ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲ διαθέτει την κουτή εὐφυΐα να ξεχωρίζει αὐτά πού βλέπει ἀπ' αὐτά που αἰσθάνεται. Καί αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει.

Ὅσο γράφει τη Μετανάστιδα, τους Ἐμπόρους τῶν Ἐθνῶν, τη Γυφτοπούλα, τὸν Χρῆστο Μηλιώνη, ἐκπλη ρώνει μια παλιά του ἐπιθυμία να γίνει συγγραφέας. Τόν ἑαυτό του ὅμως δὲν τὸν ἔχει βρεῖ. Καί ὅταν οἱ φίλοι του, στη γλώσσα τῆς ὑπερβολῆς που κυριαρχεῖ τὴν ἐποχή ἐκείνη, μιλοῦν γιὰ ἕναν νέο Dickens ἤ Poe, ὁ ἴδιος δια-μαρτύρεται: “Δὲν ὁμοιάζω οὔτε μὲ τὸν Πόε, οὔτε μὲ τὸν Δίκενς [...] Ὁμοιάζω μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Τοῦτο δὲν ἀρ-κεῖ;” Δυστυχῶς δὲν ἀρκοῦσε. Χρειάστηκε να καταρρεύ

17

θεῖ μισοπραγματική, μισοφανταστική, σταλάζοντας ἀκό σει το σκηνικό τῶν μεγάλων ξένων προτύπων, ν' ἀναδυ μη ἀθωότητα, ή Σκίαθος, γιὰ ν' ἀναγνωρίσει τὸν ἑαυτό ἀντίκριζε στά κατοπινά ταξίδια του και το ἄλλο που του του καὶ νὰ ταυτίσει μέσα του τα δύο εἴδωλα: ἐκεῖνο που εἶχε σε παραδεισιακή κατάσταση δοθεῖ, ἀπὸ τὴν ἐποχή τῶν πρώτων του μυστικῶν ἐρώτων.

Κι ἐδῶ συλλογιέται κανείς: πῶς αὐτὰ τὰ ἑξήντα περί που τετραγωνικά χιλιόμετρα με τις τρεῖς χιλιάδες ψυχές ἔφτασαν ν᾿ ἀποκτήσουν τη σημασία ὁλόκληρης ἠπείρου, Βέβαια, εἶναι ὁ τρόπος πού ἔχεις να βλέπεις τὰ γύρω σου, να μεταφέρεις σε μιά δοσμένη κλίμακα, ὅσο μικρή καὶ ἂν εἶναι, τὰ ἀνθρώπινα, ὅσο μεγάλα καὶ ἄν εἶναι. Το μερίδιο, ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἀνήκει στο δημιουργό. ᾿Αλλά καί ἡ Σκίαθος, αὐτή καθαυτή, σάν νησί, προσφέρεται. Ἡ διαφορά της ἀπό τίς Κυκλάδες περισσότερο τῆς προσθέτει παρά τῆς ἀφαιρεῖ. Δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ ἡ ἀρ χιτεκτονική πού κρατάει τὸν πρῶτο ρόλο – θέλω νὰ πῶ, τὰ κτίσματα, πού, ἐὰν γιά μιά στιγμή τ' ἀπαλείψεις, θα δεῖς νὰ σοῦ ἀπομένουν οἱ ἴδιες πάντοτε ξερολιθιές, οἱ δυό τρεῖς καλαμιῶνες, τα πελώρια κάθετα βράχια πάνω στα νερά.

Βουνά κι ἀκρογιάλια, κοιλάδες καί πηγές, ἀμπέλια, δεντρῶνες, περιβόλια, ὡς καί μια λίμνη, χώρια τα μικρά καὶ μεγάλα νησάκια πού δορυφοροῦν τὴ μάνα, συνθέτουν ἕνα ποικιλόμορφο σύνολο, πού φυσικό εἶναι ν' ἀντανακλά πάνω στοὺς ἀνθρώπους. Μοιρασμένοι πάλι ἐτοῦτοι στο πάλεμα τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας, ἀγρότες καί ναυτικοί, κάποτε καὶ τὰ δύο μαζί, δίνουν στη μικροσκοπική κοι νωνία που συναποτελοῦν ἕνα εὗρος ζωῆς δυσανάλογα με γάλο καί προσοδοφόρο, φτάνει να ξέρεις νὰ ἐμβαθύνεις τὴν παραμικρή πτυχή, τὴν πιὸ ἀσήμαντη λεπτομέρεια,

18


ὥσπου νὰ σοῦ ἀποκαλύψει το νόημά της, ταυτόσημο πολλές φορές μ' ἐκεῖνα που συναντᾶς στὰ μεγάλα πρότυπα.

Εἶναι κρίμας ποὺ δὲν μοῦ ἔτυχε ποτέ να πέσω, φυλλο-μετρώντας βιβλία περιηγητῶν τοῦ Μεσαίωνα, πάνω σε μια περιγραφή τῶν Σποράδων, σε μιάν εἰκόνα που νὰ δείχνει τη ζωή τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μέτὸν φυσικό τους περίγυρο και τα τοπικά τους ἔθιμα. Δέν πειράζει. Μποροῦμε, χωρίς τον κίνδυνο να πέσουμε ἔξω, νὰ τὴ φαντασθοῦμε περίπου τὴν ἴδια μὲ τῶν ἄλλων νη σιῶν. Ὅταν τὸν γενικό κανόνα ζωῆς διαμορφώνουν ή φτώχεια κι ἡ δουλεία, οἱ μεγάλες γραμμές ἐξομοιώνο-νται, οἱ παραλλαγές καταντοῦν χωρίς σημασία. Η μή-πως γινότανε ν' ἀλλάξει τίποτε, ὅταν ἀπό τὸ ροζιασμένο χέρι που κρατοῦσε τὴν τσάπα ἤ το κουπί, πού ἀνέβαζε το νερό ἀπό τό πηγάδι καί δούλευε τὸν ἀργαλειό, κρέμο νταν κυριολεκτικά τα πάντα; Και πάλι, ὄχι ὅλα· μόνον ὅσα ἔσωνε ν' ἀπομείνουν ἀπό τίς λεηλασίες τοῦ κουρσά-ρου καί τό χαράτσι τοῦ δυνάστη; μια λαχανίδα μὲ τρεῖς σταξιές λάδι; ᾿Αλίμονο.

Βλέπω τα ξιπόλυτα παιδιά να ψάχνουν για κανένα χταπόδι, πιό ψηλά τούς κώνους τῶν λόφων μὲ τὰ χαμό σπιτα στην πλαγιά, τον παπά να κανοναρχεῖ τις γερό ντισσες, τούς νέους να καλαφατίζουν μια σάπια ψαρό-βαρκα, σάν ψηφίδες που νὰ μοῦ δώσουν ν' ἀναστήσω τη χαμένη τοιχογραφία. Φαγωμένη κι αὐτή σαν τις ἄλλες,

με τις κάτισχνες μορφές ποὺ μᾶς κοιτάζουν παράξενα ἴσαμε σήμερα μέσ' ἀπὸ τοὺς ἀσβέστες – τί ἐρημία! Και ὅμως, ἀπ' αὐτή τή λειψή ζωγραφιά, τὴν παράσταση τῆς ἔσχατης ὀλιγάρκειας, τραβᾶς καὶ σοῦ ἀποκαλύπτεται, ὅπως στις παλιές χαλκομανίες, ἕνα πολύχρωμο τοπίο. Ἡ φύση ἔρχεται να προσθέσει τον χρυσό της ἐκεῖ ποὺ λείπει



19


μέρα κι ἐκεῖνο σαν ὄμορφη παπαρούνα, μιά που ἡ ἄνοιξη ὁ ἄλλος. Καί τ' ὄμορφο κορίτσι ἐξαργυρώνεται κάποια – δὲ γίνεται – θα φτάσει.

᾿Ακατανόητο, ρομαντικό, ἀνίερο μοιάζει να το λέμε αὐτό σήμερα. Λησμονοῦμε ὅτι, χωρίς ἀγαθά υλικά, δ χώρος ὁ ἀνθρώπινος ἤτανε τόσο ἀδειανός, ποὺ τὸ θαῦμα χωροῦσε πιο εύκολα. Κι ὅτι αὐτή ἡ σταματημένη ζωή”, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦμε σήμερα ὑποτιμητικά, ὑπερ σκελίζοντας κάθε αἴσθημα ἀστάθειας, βοηθοῦσε τότε τοὺς ἀνθρώπους ν' ἀντιλαμβάνονται τὴν πρόοδο μέ τά ποιοτικά καί ὄχι τὰ ποσοτικά μέτρα· που σημαίνει ὅτι ἡ διάρκεια, σαν χρυσό νῆμα σ' ἕνα κέντημα, έδενε περα-σμένα καὶ τωρινά, εὐτελή καί πολύτιμα, φυσικά καί ὑπερφυσικά, μ' ἕναν τρόπο πού δέ γίνεται να ξαναγνωρί σουμε ποτέ.

Χωρίς λοιπόν να νοσταλγῶ, μ᾿ αὐτά πού λέω, τούς ἀργαλειούς ἤ τις πέτρες τῶν ἐλαιοτριβείων, ἁπλῶς μα καρίζω τὰ χέρια τ' ἀνθρώπινα πού, μέ τό να φθείρονται ἐκεῖνα στὴν κλίμακα τὴν ἀτομική, ἀποκτούσανε τη δύνα μη να σταματοῦνε τή φθορά στην κλίμακα τὴν ὁμαδική.

Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἀπό τούς τελευταίους που προφτάσανε να γεράσουν μ' αὐτά πού πρωτοαγάπησαν. Τὰ κρατεῖ μέσα του στερεά, διαρκή, ὅπως ἀκριβῶς θά έκανε κι ὁ πιό μακρινός του πρόγονος. ᾿Από μιάν ἄποψη, ἐὰν μᾶς παρουσιάζεται τόσο ἀδιάφθορος, εἶναι – καὶ ἄς φαίνεται ἀφελές – ἐπειδή, σε καθετί ποὺ μᾶς λέει, ἀφή νει πάντοτε νὰ ὑπονοηθεῖ ὅτι μια μυλόπετρα ἤ ἕνα λαγή νι, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνεις, δέν ὑπόκεινται στη φθορά, δέν ἀλλάζουν. ᾿Αλλάζει μόνον ὁ ἄνθρωπος, οἱ δυνατότητές του ν' ἀποστάζει γεύση ἀπ' ὅλα αὐτά. Καί στὴν ἐπανα-στροφή τοῦ μικροῦ του ἰδιωτικοῦ κόσμου ἀναπτύσσει όλη του την παραστατική δύναμη, ὥστε να διατηρήσει


20

τὴν ἄλω γύρω ἀπό τίς σεπτές εἰκόνες, πού δέν εἶναι – δέν θέλει νὰ εἶναι – σκέτες ἀναμνήσεις. Αὐτὴ τὴν ἄλω που δίνει στα πράγματα ἡ παιδική ἡλικία εἶναι πού κυ νηγᾶμε κατά βάθος κι ἐμεῖς σ' ὅλη μας τη ζωή ποτέ τὰ περιστατικά της, που κατά κανόνα εἶναι ἀσήμαντα. Πρό κειται γιὰ τὴν ἱκανότητα να μεταβάλλεις τὰ ἐλάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι, και πού το μεγάλο της ἀντίκρισμα εἶναι ἡ ἀθωότητα. Ἔτσι ὁ Θεόφιλος, μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀπόσπασή του ἀπὸ τὰ συμφέροντα, στάθηκε περισσότερο ἄρχοντας ἀπ' ὅλους τούς μεγαλοκτηματίες τῆς Μυτιλήνης. Καί ὁ ᾿Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, μέ τή δωρεά τῶν ὀφθαλμῶν του, ἕνας χορηγός – γιὰ τὰ δεδομένα τῆς νεοελληνικῆς πραγματι κότητας – πιό γενναιόδωρος ἀπό τὸν ᾿Ανδρέα Συγγρό.

Ὑπάρχουν τρόποι καί τρόποι να σηκώνει κανένας τις ἀντιξοότητες. Και πάνω ἀπ' ὅλους ἡ ἀξιοπρέπεια. Ἔχουν να λένε ὅτι, στα διάφορα τσιμπούσια που παρα θέτανε οἱ ἐκδότες τῆς ἐποχῆς γιά τό προσωπικό τους, ὁ συγγραφέας μας ἔφτανε πάντοτε ἀργοπορεμένος καί και θότανε ἄκρη ἄκρη στο τραπέζι. ᾿Αθόρυβα ἔβγαζε ἀπό τὴν τσέπη τοῦ ἐπανωφοριοῦ του ἕνα μπουκάλι κρασί· ἔπειτα, ἕνα λαδόχαρτο μέ λίγο τυρί καί κάμποσες ἐλιές· ἔτρωγε χωρίς ν' ἀγγίξει τίς γκιουβετσάδες· και σε κά ποια στιγμή, χωρίς να το πάρει κανένας εἴδηση, έξαφα-νιζότανε. Βέβαια, κάθε ἄλλο παρά ἤθελε να παραστήσει τὸν ἀκατάδεχτο. Ἤθελε, πιστεύω ἐγώ, νὰ κρατᾶ σε ἀπόσταση τούς κρυφούς σαδιστές, που πολύ θὰ ἐπιθυ

μούσανε νὰ τοῦ πουλήσουν προστασία και συμπόνια. Ἕνα σημάδι ἀκόμη αὐτό μεγάλης καί φυσικῆς εὐγένειας.

21 από 59 σελίδες..!

Και τώρα ένα από τα α χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη.


Και τώρα ένα από τα α χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

7/15

ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, ἐνῷ ὁ βορρᾶς ἐφύ –σα, καὶ ὑψηλὰ εἰς τὰ βουνὰ ἐχιόνιζεν, ἕνα πρωί, ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ρώμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος, διωγ μένος ἀπὸ τὴν γυναϊκά του, ὑβρισμένος ἀπὸ τὴν πενθεράν του, δαρμένος ἀπὸ τὸν κουνιάδον του, ξωρκισμένος ἀπὸ τὴν κυρα-Στρατίναν τὴν σπιτονοικοκυράν του, καὶ φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῇ υἱὸν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος ὁ θεῖός του ἐδί δασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ γονεῖς ἀκόμη πράττουν εἰς τὰ «κα-τώτερα στρώματα», πῶς νὰ μουντζώνῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ βλασφημῇ καὶ νὰ κατεβάζῃ κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά καὶ κόλλυβα. Κ᾿ ἔπειτα, γράψε ἀθηναϊκὰ διηγήματα!

Ὁ προβλεπτικὸς ὁ κάπηλος, διὰ νὰ ἔρχωνται ἀσκανδαλίστως νὰ ψωνίζουν αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ γειτόνισσαι, εἶχε σιμὰ εἰς τὰ βαρέλια καὶ τὰς φιάλας, πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον, ὀλίγον σάπω-να, κόλλαν, ὀρύζιον καὶ ζάχαριν, εἶχε δὲ καὶ μύλον διὰ νὰ κόπτῃ καφέν. ᾿Αλλ᾽ ἔβλεπες πρωὶ καὶ βράδυ νὰ ἐξέρχωνται, ἀτημέλητοι καὶ μισοκτενισμέναι, γυναῖκες φέρουσαι τὴν μίαν χεῖρα ὑπὸ τὴν πτυχὴν τῆς ἐσθῆτος, παρὰ τὸ ἰσχίον, καὶ τοῦτο ἐσήμαινεν, ὅτι τὸ ὀψώνιον δὲν ἦτο σάπων, οὔτε ὀρύζιον ἢ ζάχαρις.

Ἤρχετο πολλάκις τῆς ἡμέρας ἡ γρια-Βασίλω, πτωχή, ἔρημη καὶ ξένη στὰ ξένα, ἥτις δὲν εἶχε προλήψεις, κ᾿ ἔπινε φανερὰ τὸ ρούμι της. Ἤρχετο καὶ ἡ κυρα-Κώσταινα ἡ Κλησιάρισσα, ἥτις ἐβοηθοῦσε τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἱσταμένη πλησίον τοῦ μανουαλίου, διὰ νὰ κολλᾷ τὰ κηρία, καὶ ὅσας πεντάρας ἔπαιρνε τὴν Κυριακήν, ὅλας τὰς ἔπινε, μετ᾿ εὐσυνειδήτου ἀκρι βείας, τὴν Δευτέραν, Τρίτην καὶ Τετάρτην.

Ἥρχετο κ' ἡ Στρατίνα, νοικοκυρὰ μὲ δύο σπίτια, ὁποὺ ἐφώ-ναζεν εἰς τὴν αὐλόπορταν, εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὸ καπηλεῖον

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

8/15

ὅλα τὰ μυστικά της, δηλ. τὰ μυστικὰ τῶν ἄλλων, καὶ μέρος μὲν αὐτῶν ἔμενον εἰς τὴν αὐλήν, μέρος δὲ ἔπιπτον εἰς τὸ καπηλεῖον, καὶ τὰ περισσότερα ἐχύνοντο εἰς τὸν δρόμον· κ᾽ ἐξωνομάτιζε* τὸν κόσμον, ποία νοικάρισσα τῆς καθυστερεῖ δύο νοίκια, ποῖος ὀφειλέτης τῆς χρεωστεῖ τὸν τόκον, ποία γειτόνισσα της ἐπῆρεν ἕνα εἶδος, δανεικὸν κι ἀγύριστον. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ὁ φραγκορρά φτης τῆς ἐχρωστοῦσε τρία νοίκια, ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος πέντε, καὶ τὸν μῆνα ποὺ ἔτρεχεν, ἔξ. Ἡ Λενιώ ἡ κουμπάρο της τῆς πέρασε δευτέραν ὑποθήκην μὲ δόλον εἰς τὸ σπίτι, καὶ τώ ρα ἦτον ἀνάγκη νὰ τρέχῃ εἰς δικηγόρους καὶ συμβολαιογράφους διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δίκαιά της. Ἡ Κατίνα, ἡ ἀνεψιά της ἀπ τὸν πρῶτον ἄνδρα της, τῆς εἶχεν ἀφήσει ἕνα ἀμανάτι διὰ νὰ τὴν δανείσῃ δέκα δραχμάς, καὶ τώρα κατὰ τὴν ἐκτίμησιν δύο χρυσο-χόων ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ἀσημικὸν ἦτο κάλπικον καὶ δὲν ἤξιζεν οὔτε ὅσον ἥξιζαν τὰ δύο φυσέκια μὲ τὲς σκουριασμένες μπακίρες

– τὰς ὁποίας, ἀφοῦ, κατὰ τὴν συνήθειάν της (αὐτὸ δὲν τὸ ἔλε γεν, ἀλλ᾽ ἦτο γνωστόν), ἔβγαλεν ἔξω τὸν γερο-Στρατήν, τὸν ἄνδρα της, τὴν κόρην της, τὴν Μαργαρίταν, καὶ τὴν ἐγγονή της, τὴν Λενούλαν, ἤνοιξε τὴν κρύπτην, ἀπέθεσεν ἐκεῖ τὸ ἐνέχυ ρον, ἔβγαλε τὸ κομπόδεμα, ἔλαβε τὰ φυσέκια, καὶ τὰ ἐνεχείρισε μὲ τρόπον, ὁποὺ ἐσήμαινε νὰ τὰ δώσῃ καὶ νὰ μὴν τὰ δώσῃ, κ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἐκολλοῦσαν στὰ χέρια της, εἰς τὴν πτωχὴν τὴν Κατίναν.

Ἡ Ασημίνα, ἡ παλαιὰ νοικάρισσά της, τραγουδίστρα τὸ ἐ-πάγγελμα, ὅταν ἐξεκουμπίσθη κ᾽ ἔφυγε, τῆς ἐχρωστοῦσε τρία μηνιάτικα κ' ἐννέα ἡμέρας. Καὶ τὰ μὲν ἔπιπλα, ὁποὺ ἔπρεπε και τὰ δίκαιον τρόπον νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν σπιτονοικοκυράν, τὰ παρέδωκεν εἰς τὸν καϊκόν* της, τὸν τελευταῖον ἀγαπητικόν της, ποὺ νὰ τσάκιζε τὸ πόδι της, νὰ μὴν εἶχε σώσει ποτέ... καὶ εἰς αὐτὴν δὲν ἔδωκεν ἄλλο τίποτε, παρὰ ἕνα παλιοφυλαχτὸν ἐκεῖ, λι-γδιασμένον, καὶ τῆς εἶπε μυστηριωδῶς ὅτι αὐτὸ περιείχε τίμιον

9/15

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

ξύλον... Σὰν ἐγκρεμοτσακίσθη κ᾿ ἔφυγε, τὸ ἀνοίγει καὶ αὐτὴ ἐκ περιεργείας, καὶ ἀντὶ τιμίου ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχας, τούρκικα γράμματα, σκοντάμματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ᾿ ἀκοῦτε σεῖς αὐτὰ;

Εἰσῆλθε ριγῶν ὁ μαστρο-Παυλάκης καὶ ἐζήτησεν ἕνα ρώμι. Τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὁποὺ τὸν ἤξευρε καλά, τοῦ εἶπεν·

Ἔχεις πεντάρα;

Ὁ ἄνθρωπος ἔσεισε τοὺς ὤμους μὲ τρόπον διφορούμενον. Βάλε σὺ τὸ ρούμι, εἶπεν.

Πῶς νὰ ἔχῃ πεντάρα; Καλὰ καὶ τὰ λεπτά, καλὴ κ᾿ ἡ δουλειά, καλὸ καὶ τὸ κρασί, καλὴ κ᾿ ἡ κουβέντα, ὅλα καλά. Καλύτερον ἀπ᾿ ὅλα ἡ ραστώνη, τὸ δόλτσε φὰρ νιέντε* τῶν ἀδελφῶν Ἰταλῶν.

“Αν εἰς αὐτὸν ἀνετίθετο νὰ συντάξῃ τὸν κανονισμὸν τῆς ἑβδομά δος, θὰ ὥριζε τὴν Κυριακὴν διὰ σχόλην, τὴν Δευτέραν διὰ χου ζούρι, τὴν Τρίτην διὰ σουλάτσο, τὴν Τετάρτην, Πέμπτην καὶ Πα ρασκευὴν δι᾽ ἐργασίαν, καὶ τὸ Σάββατον διὰ ξεκούρασμα. Ποῖος λέγει ὅτι αἱ ἑορταὶ εἶναι παραπολλαὶ διὰ τοὺς ὀρθοδόξους "Ελλη νας, καὶ αἱ ἐργάσιμοι εἶναι πολὺ ὀλίγαι; Αὐτὰ τὰ λέγουν ὅσοι δὲν ἔκαμαν ποτέ σωματικὴν ἐργασίαν καὶ ἠξεύρουν μόνον διὰ τοὺς ἄλλους νὰ θεσμοθετοῦν.

᾿Ακριβῶς τὴν ὥραν ταύτην ἤλθεν ἀπ᾿ ἀντικρὺ ὁ Δημήτρης ὁ φραγκορράφτης, διὰ νὰ πίῃ τὸ πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν εἶχε νὰ κάμνῃ αὐτὰ τὰ συχνὰ ταξιδάκια, καθὼς τὰ ὠνόμαζε. Διέκοπτεν ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν ἐργασίαν του δέκα φορὰς τὴν ἡμέραν, καὶ ἤρχετο νὰ πίῃ ἕνα κρασί. Ἔπαιρνεν ἐργασίαν ἀπὸ τὰ μαγαζειὰ κ᾿ ἐδούλευεν ὡς κάλφας εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἰσ-ἦλθε καὶ παρήγγειλεν ἕνα κρασί. Εἶτα ἰδὼν τὸν Παῦλον:

Βάλε καὶ τοῦ μαστρο-Παυλάκη ἕνα ρούμι, εἶπεν.

10/15

Ὡς ἀπὸ Θεοῦ σταλμένος διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς πεντάρας μεταξὺ τοῦ πελάτου καὶ τοῦ ὑπηρέτου, ἐκάθισε πλησίον τοῦ Παύλου καὶ ἤρχισε τοιαύτην ὁμιλίαν, ἡ ὁποία ἦτο μὲν συνέχεια τῶν ἰδίων λογισμῶν του, εἰς δὲ τὸν Παῦλον ἐφάνη ὡς συνηγορία ὑπὲρ τῶν ἰδικῶν του παραπόνων.

– Ποῦ σκόλη καὶ γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, εἶπεν· οὔτε καθισιό, οὔτε χουζούρι. Τ' Αι-Νικολάου δουλέψαμε, τ' Αι-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, τὴν Κυριακὴ προχθές δουλέψαμε. Ἔρ-χουνται Χριστούγεννα, καὶ θαρρῶ πὼς θὰ δουλεύουμε χρονιάρα μέρα.

Ὁ Παῦλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν.

Θέλω κάτι νὰ πῶ, ἀλλὰ δὲν ξέρω γιὰ νὰ τὰ σταμπάρω περὶ γραμμάτου, μαστρο-Δημήτρη μου, εἶπε. Μοῦ φαίνεται πὼς αὐτοὶ οἱ μαστόροι, αὐτοὶ οἱ ἀρχόντοι, αὐτὴ ἡ κοινωνία πολὺ κακὰ ἔχουν διωρισμένα τὰ πράγματα. ᾿Αντὶ νὰ εἶναι ἡ δουλειὰ μοιρα-σμένη ἴσα στὶς καθημερινές, πέφτει μονομιᾶς καὶ μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικὰ τὶς γιορτάδες, καὶ ὕστερα χασομεροῦμε βδομάδες καὶ μῆνες τὶς καθημερινές.

Εἶναι κ᾿ ἡ τεμπελιὰ στὸ μέσο, εἶπε μετὰ πονηρᾶς αὐθα-δείας τὸ παιδὶ τοῦ καπηλείου, ὠφεληθὲν ἀπὸ μίαν στιγμὴν καθ' δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀκούσῃ. ἣν ὁ ἀφέντης του εἶχεν ὁμιλίαν εἰς τὸ κατώφλιον τῆς θύρας καὶ

-*Ἂς εἶναι, τί νὰ σοῦ κάμῃ ἡ προκομμάδα κ᾿ ἡ τεμπελιά; εἶ-πεν ὁ Δημήτρης. Τὸ σωστὸ εἶναι, πολλὰ κεσάτια κι ὀλίγη μαζω μένη δουλειά. Καλά λέει ὁ μαστρο-Παῦλος. ῎Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκα-μάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος, ἢ ὁ Πέτρος, ἢ ὁ Κώστας, ἢ ὁ Γκίκας. Ἐμένα ἡ φαμίλια* μου δουλεύει, ἐγὼ δουλεύω, ὁ γυιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακά-λη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη

11/15

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή.

-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη μου, εἶπεν ὁ Παυλέ-τος, ἀποκρινόμενος εἰς τοὺς ἰδίους στοχασμούς του. Υγρασία κά τω στὰ μαγαζειά, χαμηλὸ τὸ μέρος, ἡ δουλειά βαριά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ὕστερα κόπιασε, ἂν ἀγαπᾶς, νὰ ἀργάζῃς τομάρια. Τὸ δικό μας τὸ τομάρι ἄργασε πιά, ἄργασε...

Καλὰ ἀργασμένο τὸ δικό σου, μαστρο-Παῦλε, αὐθαδίασε πάλιν ὁ ὑπηρέτης, αἰνιττόμενος ἴσως τὰς μεταξὺ τοῦ Παύλου καὶ τοῦ γυναικαδέλφου του σκηνάς.

Εἶτα εἰσῆλθεν ὁ κάπηλος. Ὁ μαστρο-Δημήτρης ἀπῆλθε (διὰ) νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν ἐργασίαν του καὶ ἡ ὁμιλία ἔπαυσεν.

* *

Ὁ μαστρο-Παῦλος ἀφέθη εἰς τὰς φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, τὴν ἄλλην Χριστούγεννα. Νὰ εἶχε τουλάχιστον λεπτὰ διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα γαλόπουλο, νὰ κάτ μη κι αὐτὸς Χριστούγεννα στὸ σπίτι του, καθὼς ὅλοι. Μετενόει τώρα πικρῶς, διότι δὲν ἐπῆγε τὰς τελευταίας ἡμέρας εἰς τὰ βυρ σοδεψεῖα νὰ δουλέψῃ, νὰ βγάλῃ ὀλίγα λεπτά, διὰ νὰ περάση πτωχικὰ τὰς ἑορτάς. «Υγρασία μεγάλη, χαμηλό τὸ μέρος, ἡ δουλειά βαριά. Κόπιασε νὰ ἀργάζῃς τομάρια! Τὸ δικό μας τὸ το μάρι θέλει ἄργασμα».

Εἶχεν ἀκούσει τὸν λαϊκὸν μῦθον διὰ τὸν τεμπέλην, ὁποὺ ἐπή γαιναν νὰ τὸν κρεμάσουν, καὶ ὅστις συγκατένευε νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ εἶναι «βρεμένο τὸ παξιμάδι». Ἐγνώριζε καὶ τὴν ἄλ-λην διήγησιν διὰ τὸ τεμπελχανειό, τὸ ὁποῖον ἵδρυσε, λέγουν, ὁ Μεχμεταλὴς εἰς τὴν πατρίδα του Καβάλαν. Ἐκεῖ, ἐπειδὴ τὸ κακὸν εἶχε παραγίνει, ὁ ἐπιστάτης ἐσοφίσθη νὰ στρώνῃ μίαν ψά θαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠνάγκαζε τοὺς ἀέργους νὰ ἐξαπλώνωνται.

12/15

Είτα έβαλε φωτιά εις την ψάθα. Οποίος επροτίμα να καή παρὰ νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἦτο σωστός τεμπέλης κ᾿ ἐδι-Εἶτα ἔβαλλε φωτιὰν εἰς τὴν ψάθαν. Ὅποιος ἐπροτίμα νὰ καῇ, καιοῦτο νὰ φάγη δωρεάν τὸ πιλάφι. Ὅποιος ἐσηκώνετο κ᾿ ἔφευγε τὸ πῦρ, δὲν ἦτον σωστός τεμπέλης κ᾿ ἔχανε τὰ δικαιώματα. Τό σοι Βαλλιάνοι, τόσοι ᾿Αβέρωφ καὶ Συγγροί, ἐσκέπτετο ὁ μαστρο-Παῦλος, καὶ κανεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ μὴν ἱδρύσῃ παραπλήσιόν τι εἰς

τὰς ᾿Αθήνας! Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἐπεριδιάβασεν ἀκόμη δύο ἡμέρας, καὶ τὴν ἄλλην ἦτο Παραμονή. Τὸ γαλόπουλον δὲν ἔπαυσε νὰ τὸ ὀνει ροπολῇ καὶ νὰ τὸ ὀρέγεται. Πῶς νὰ τὸ προμηθευθῇ;

᾿Ἀφοῦ ἐνύκτωσε, διωγμένος καθὼς ἦτον ἀπὸ τὸ σπίτι, ἀπε-τόλμησε καὶ ἦλθεν ἀπὸ ἕνα πλάγιον δρομίσκον καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ χωθῇ εἰς τὸ καπηλεῖον. Ὁ νοῦς του ἦτο ἀναποσπάστως προσ-ηλωμένος εἰς τὸ γαλόπουλο. Θὰ ἐχρησίμευε τοῦτο, ἐὰν τὸ εἶχε, καὶ ὡς μέσον συνδιαλλαγῆς μὲ τὴν γυναϊκά του.

Ἐκεῖ, καθὼς ἐστράφη νὰ ἐμβῇ εἰς τὸ καπηλεῖον, βλέπει ἓν παιδίον τῆς ἀγορᾶς μὲ μίαν κοφίναν ἐπ᾽ ὤμων, ἤτις ἐφαίνετο ἀκριβῶς νὰ περικλείῃ ἕνα γάλον, ἀγριολάχανα, πορτοκάλια, ἴσως καὶ βούτυρον καὶ ἄλλα καλὰ πράγματα. Τὸ παιδίον ἐκοίταζε δε-ξιὰ καὶ ἀριστερὰ κ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἀναζητῇ οἰκίαν τινά. Ἦτο ἕτοι μον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ καπηλεῖον διὰ νὰ ἐρωτήσῃ. Ἔπειτα εἶδε τὸν Παῦλον κ᾽ ἐστράφη πρὸς αὐτόν:

Ξέρεις, πατριώτη, τουλόγου σου, ποῦ εἶναι δῶ χάμω τὸ σπίτι τοῦ κὺρ Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου;

– Τοῦ κύρ Θανάση τοῦ Μπε...

᾿Αστραπὴ ὡς ἰδέα ἔλαμψεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Παύλου.

Μοῦ ἐπε τὸν ἀριθμὸ καὶ τὸν ἐξέχασα... τώρα γλήγορα ἔπιασε σπίτι δῶ χάμω, σ' αὐτὸ τὸ δρόμο... τὸν εἶχα μουστερὴ

ἀπὸ πρῶτα... μπροστύτερα καθότανε παραπέρα, στὸ Γεράνι. - Τοῦ κύρ Θανάση τοῦ Μπελιοπούλου! ηὐτοσχεδίασεν ὁ μα-στρο-Παῦλος· νά, ἐδῶ εἶναι τὸ σπίτι του. Νὰ φωνάξης τὴν κυρα-

13/15

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

Παύλαινα, μέσα, στὴν κάτω κάμαρα, στὸ ἰσόγειο... αὐτὴ εἶναι ἡ νοικοκυρά του... πῶς νὰ πῶς εἶναι γενιά* του... τὴν ἔχει λῦσε δέ-σε, σ᾿ ὅλα τὰ πάντα... οἰκονόμισσα στο νοικοκυριό του... εἶναι καὶ δῶσέ της τὰ ψώνια. κουνιάδα του... μαθές, θέλω νὰ πῶ, ἀνιψιά του... ἐφώναξέ την

ἔκαμε πὼς φώναξε: Καὶ βαδίσας ὁ ἴδιος πέντε βήματα, κατὰ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς,

στέλνει ὁ κύριος... ὁ ἀφέντης σου. Κυρα-Παύλαινα, κόπιασ᾽ ἐδῶ νὰ πάρῃς τὰ ψώνια ποὺ σοῦ

Καλὰ ἦλθαν τὰ πράγματα ἕως τώρα. Ὁ μαστρο-Παυλάκης ἔτριβε τὰς χεῖρας καὶ ἠσθάνετο εἰς τὴν ρϊνά του τὴν κνῖσαν τοῦ ψητοῦ κούρκου. Καὶ δὲν τὸν ἔμελε τόσον διὰ τὸν κοῦρκον, ἀλλὰ θὰ ἐφιλιώνετο μὲ τὴν γυναϊκά του. Τὴν νύκτα ἐπέρασεν εἰς ἕν ὁλονύκτιον καφενεῖον καὶ τὸ πρωὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν.

Ὅλην τὴν ἡμέραν προσεκολλήθη εἰς μίαν συντροφιάν, ἔπειτα εἰς μίαν ἄλλην παλαιῶν γνωρίμων του, εἰς τὸ καπηλεῖον, ὁποὺ ἔμεινε τὰς περισσοτέρας ὥρας ἀνοικτὸν μὲ τὰ παράθυρα κλεισμένα, κ᾿ ἐπέρασε μὲ ὀλίγους μεζέδες καὶ μὲ ἀρκετὰ κεράσματα.

Τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἐνύκτωσεν, ἐπῆγε μὲ τόλμην, ἀπὸ τὰς πολλὰς σπονδὰς καὶ ἀπὸ τὴν ἐνθύμησιν τοῦ κούρκου, κ᾿ ἔκρουσε τὴν θύ ραν τῆς οἰκογενείας του. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔσωθεν.

Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, ἐφώναξεν ἀπ᾿ ἔξω. Χρόνους πολλούς. Πῶς πῆγε ὁ γάλος; Βλέπεις, ἐγὼ πάλε;

Οὐκ ἦν φωνὴ οὐδὲ ἀκρόασις. "Ολη ἡ αὐλὴ ἦτο ἥσυχος. Τὰ ἰσό-γεια, αἱ τρῶγλαι, τὰ κοτέτσια τῆς κυρα-Στρατίνας, ὅλα ἐκοιμῶν το. Ὁ σκύλος μόνον ἐγνώρισε τὸν μαστρο-Παῦλον, ἔγρυξεν ὀλί

γον καὶ πάλιν ἡσύχασε. Ὑπῆρχον ἐκεῖ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ψυχομέτρι τριῶν ἢ τεσσάρων οἱ-κογενειῶν, ὁποὺ ἐκατοικοῦσαν εἰς τ᾿ ἀνήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα ὄρνιθες, τέσσαρες γάττοι, δύο ἰνδιάνοι καὶ πολλὰ ζεύγη

14/15

περιστερῶν. Αἱ δύο γίδες ἀνεχάραζαν βαθιά εἰς τὸ σκεπασμένον μανδράκι τους, αἱ ὄρνιθες ἔκλωζον ύποκώφως εἰς τὰ κοτέτσια τους, τὰ περιστέρια είχαν μαζωχθῆ εἰς τοὺς περιστερώνας περί-τρομα ἀπὸ τὸ κυνήγι, όπου ήρχίζον την νύκτα ἐναντίον των οἱ γάττοι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ μικροὶ θόρυβοι ήσαν τὸ ρογχάλισμα τῆς

αὐλῆς κοιμωμένης. Πάραυτα ἠκούσθη κρότος βημάτων εἰς τὸ σπίτι.

– Ἕ, μαστρο-Παῦλε, εἶπε πλησιάσασα ἡ κυρα-Στρατίνα, να 'χουμε καὶ καλὸ ρώτημα... Τί γάλος καὶ γαλίζεις καὶ γυαλίζεις καὶ καλὸ νὰ μὄχῃς, ἀσίκη μου; Εἴδαμε κ᾿ ἐπάθαμε νὰ σκεπάσου-με τὸ πρᾶμα, νὰ μὴ προσβαλθῇ τὸ σπίτι... Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δι-κός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾿ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾿ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά.. κλειδώθηκε μὲς στὴν κάμερα, καὶ δὲν ἤξερε τί νὰ κάμῃ... Εἶπε καὶ ὁ κουνιάδος σου... καλό κελεπούρι ἦτον κι αὐτό, μα-θές... καὶ ἐπέρασεν ἡ φαμίλια σου ὅλην τὴν ἡμέρα κλειδομαντα-λωμένη μέσα, ἀπὸ φόβο μὴ ξαναέλθῃ κεῖνος πού 'χε τὸ γάλο καὶ μᾶς φέρῃ καὶ τὴν ἀστυνομία... ἦτον φόβος νὰ μὴν προσβαλθῇ κ' ἐμένα τὸ σπίτι μου. ῎Αλλη φορά, τέτοια ἀστεῖα νὰ μὴν τὰ κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολὴ νὰ λείπῃ ἀπὸ τὸ σπίτι μου ἐμένα! Τ᾽ ἄκουσες;

Ὁ μαστρο-Παῦλος ἠρώτησε δειλά:

- Τώρα... εἶναι μέσα ἡ φαμίλια μου;

Εἶναι μέσα ὅλοι τους, κ᾿ ἔχουνε κλειδωμένα καλά, καὶ τὸ φῶς κατεβασμένο, διὰ τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίωνε. Κοίταξε μὴ σὲ

νοιώσῃ ἀπὸ πουθενὰ κεῖνος ὁ σκιάς*, ὁ κουνιάδος σου, πάλε... Είναι μέσα;

φωνή του, -Ἢ μέσα εἶναι ἢ ὅπου εἶναι ἔφτασε... νά, κάπου ἀκούω τὴ

15/15

ΤΑ ΧΡΙΣΙΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ

Ἠκούσθη τῷ ὄντι μία φωνὴ ἐκεῖ πλησίον, ἥτις δὲν ὑπέσχετο καλὰ διὰ τὸν νυκτερινὸν ἐπισκέπτην.

- Ε, μαστρο-Παυλίνε, ἔλεγε, καλὸς ἦτον ὁ γάλος;

Ποῖος ἦτον ὁ ὁμιλήσας, ἄδηλον. Ἴσως νὰ ἦτον ὁ μαστρο-Δη μήτρης, ὁ γείτων. Δυνατὸν νὰ ἦτο καὶ ὁ φοβερὸς γυναικάδελφος τοῦ μαστρο-Παύλου.

Καὶ νὰ μὴν πάρω κ' ἐγὼ ἕνα μεζέ; παρεπονέθη ὡς τόσον ὁ ἄνθρωπός μας.

Τί σοῦ χρειάζεται ὁ μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; ἐπανέλαβεν ἡ Στρατίνα. Τὰ πράματα εἶναι πολὺ σκοῦρα, ἄφίσε τ' αὐτά! Δουλειά, δουλειά! Ἡ δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ὅ,τι ἔγινε ἔγινε, νὰ πᾶς νὰ δουλέψῃς, νὰ μοῦ φέρῃς (κ᾿) ἐμένα τὰ νοί-κια μου. Τ᾽ ἀκοῦς;

Τ᾽ ἀκούω.

Φέρε μου ἐσὺ τὸν παρά, κ᾿ ἐγώ, μὲ ὅλη τὴ φτώχεια, τὴν θυσιάζω μιὰ γαλοπούλα καὶ τρῶμε.

Ἠκούσθη ἀπὸ μέσα βραχνός μορμυρισμός, εἶτα φωνὴ μικροῦ παιδίου εἶπε:

-Τὴν ὑγειά σου, ματο-Πάλο, τεμπελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε τὸ λάλο. Νὰ πάλε καὶ σὺ πέντε, κ᾿ ἄλλα πέντε, δέκα. Προφανῶς ἦτον μέσα ὁ φοβερὸς ὁ γυναικάδελφος, καὶ εἶχε δα-σκαλέψει τὸ παιδὶ νὰ τὰ φωνάξῃ αὐτά.

– Μὴ στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο μου, εἶπεν ἡ Στρα τίνα· τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω! Δρόμο τώρα, καὶ μεθαύριο δουλειά, δουλειά!

Ἠκούσθη κρότος, ὡς νὰ ἐσηκώθη τις ἀπὸ μέσα, καὶ νὰ ἐπλη σίαζε μὲ βαρὺ βῆμα πρὸς τὴν θύραν...

Δρόμο, ἐπανέλαβε μηχανικῶς ὁ Παῦλος, συμμορφούμενος ἐμπράκτως μὲ τὴν λέξιν... δρόμο καὶ δουλειά!

Τέλος.-



Δημώδες άσμα 

«Ἂν εἶναι φίλος νὰ χαρῇ, 
ἂν εἶν᾿ ἐχτρός, νὰ σκάσῃ· 
κι ἂν εἶν᾿ ἀπὸ τὸ σπίτι μας, 
ὀγλήγορα νὰ φτάσῃ...»

Σκιαθίτικο:

Από Παπαδιαμάντη 
Καθώς διάβασα αυτό στη σελίδα 54 
Του ανωτέρω βιβλίου θυμήθηκα το 
Δημήτρη από τη Σκύρο που μου είπε
Ένα παρόμοιο σε στίχο και χρώμα 
το καλοκαίρι του 2025. 
Το διαμόρφωσα
Ως εξής: 

Καλώς τον ξένο το πάντα-οδοιπόρο 
Φάε γλυκιά μπουκιά απ'το πιάτο μας
ν' αγάπη στολισμένο 
Δέξου κρασί από ταπεινό 
μας κύλικα τα χείλη,
Άκου και του χτύπους 
της καρδιάς μας
βοή γεμάτη καλοσύνη.
Αν σου άρεσε να ξαναρθείς 
Αν δεν σου άρεσε να μας το πεις
Και μεις στο νου μας βάζουμε 
Τι και πώς να χιλιοδιορθωθούμε 

ΦΥΣΗ
....

Σελίδες 43-45 από το βιβλίο του Ο.Ελυτη 
<<Η μαγεία του Παπαδιαμάντη>>

«Ἡ συναναστροφή μας μέ τή φύση», γράφει ὁ Novalis στο Die Lehrlinge zu Sais, «εἶναι ἴδια κι ἀπαράλλαχτη ὅπως ἡ συναναστροφή μας μέ τούς ἀνθρώπους: παρουσιά-ζει μιάν ἀπειρόμορφη ποικιλία. Ἡ φύση ξέρει να γίνεται παιδιάστικη γιὰ ἕνα παιδί, καί νά φωλιάζει στα μικρά του στήθη μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πού ξέρει νὰ γίνεται θεϊκή γιά τοὺς θεούς καί ν' ἀπηχεῖ τὸ ὑψηλό τους πνεῦμα. Το να λές ὑπάρχει μία φύση δε σημαίνει τίποτε. Καί καταντοῦν ὅλες οἱ προσπάθειές μας να πλησιάσουμε τὴν ἀλήθεια, μι-λώντας γιά τή φύση, νά μᾶς ἀπομακρύνουν στο τέλος ἀπ' ὅ,τι εἶναι φυσικό. Μᾶλλον θά πρέπει νά 'μαστε εὐχαρι-στημένοι, ἂν ἡ διεργασία πού ἀπαιτεῖται γιά νά συλλά-βουμε τή φύση στήν ὁλότητά της ἐξευγενίζεται τόσο, που νὰ γίνεται μιά λαχτάρα συγκρατημένη καί τρυφερή, ἔτσι ὥστε, χωρίς νὰ ὀπισθοχωρεῖ ποτέ μπροστά στην ψυχρό-τητα καί στή φαινομενική της ἀπόσπαση, ν᾿ ἀποβλέπει σε μιά μελλοντική, πιό θερμή συναλλαγή μαζί της.

43

κάποτε ν' ἀναπηδάει ἀπ' ὅλο τὸ εἶναι μας και ν' ἀκτινο »Μιλῶ γι' αὐτό τό μυστηριακό αἴσθημα που νιώθουμε κατά ἕναν θαυμαστό τρόπο, μᾶς κυκλώνει ἀπ' ὅλες τίς βολεῖ γύρω ἀπό ἕναν βαθιά κρυμμένο μέσα μας πυρήνα: ὅτι, προσιτή ἤ ἀπρόσιτη στά αἰσθητήριά μας, ἡ φύση, μεριές, ἔτσι που να πιστεύουμε στο τέλος ὅτι αὐτό πού νιώθουμε δὲν εἶναι παρά ἕνα μυστικό της κάλεσμα, ἕνα σημάδι ὅτι ὅλα θὰ πᾶνε καλά ἀνάμεσά μας. Με τη δια φορά ὅτι ἐκεῖ ποὺ ὁ ἕνας ψάχνει πίσω ἀπό τίς γαλάζιες ἄχνες τῶν μακρινῶν ὁριζόντων νὰ βρεῖ μιά χαμένη πα τρίδα, μιάν ἀγαπημένη τῶν πρώτων νεανικῶν του χρό νων, γονεῖς ἤ ἀδέλφια καί παλιούς φίλους, τέλος πάντων ἕνα παρελθόν προσφιλές, ὁ ἄλλος, τὴν ἴδια στιγμή, βαυ-καλίζεται μὲ τὴν ἰδέα ὅτι κάπου ἐκεῖ μακριά ὑπάρχει γι' αὐτὸν ἕνα μέλλον γιομάτο ζωή, καί τόν βλέπεις να τε ντώνει κατά κεῖ τὰ χέρια του, κατ' αὐτό τόν κόσμο τόν ἄγνωστο, μ' ἕνα πάθος κρυφό πού σιγοκαίει.

»Μερικοί μόνον – ἐλάχιστοι – παραμένουν ἀτάραχοι ἀνάμεσα στα θαύματα πού τούς περιτριγυρίζουν, μέ μόνη τους ἔγνοια νὰ τὰ συλλάβουν στην πληρότητά τους καί στην τάξη τους τὴν ὑπέρτατη.

»Ὥστε, λοιπόν, ὑπάρχουν δύο τρόποι διαφορετικοί να παρατηρεῖ κανένας τή φύση· κι ἄν τὰ αἰσθήματα που ἐμπνέει αὐτή δὲν εἶναι γι' ἄλλους παρά χαρές και γιορτά σια, γιά μερικούς, βεβαιότατα, συνιστοῦν μιὰν ἄκρας πε-ρισυλλογῆς θρησκεία, ἱκανή νὰ ὑπαγορεύει σε μιάν ὕπαρ ξη την κατεύθυνσή της, τη στάση της, το βαθύτερο νόη μά της».

᾿Ανάμεσα στούς τελευταίους αὐτούς ἀνήκει, πιστεύω, ὁ Παπαδιαμάντης. Χωρίς να φτάνει στοῦ γερμανοῦ ρο-μαντικοῦ τὴ μυστικήν ἔξαρση, μὲ τὴν ὅλη του συμπερι φορά δείχνει ὅτι ἐμβαθύνει τη φυσιολατρία τόσο, πού

44

σχεδόν τὴν ἀνατρέπει. Κι ἐκεῖνο πού ὁ ἀφελής ἀναγνώ-στης ἐκλαμβάνει σάν ἁπλή περιγραφή νὰ μὴν εἶναι στο βάθος παρά μιά συμβίωση παρατεταμένη μὲ ὅλων τῶν λογιῶν τοὺς ἤχους καί τά χρώματα, μὲ ὅλα τὰ σήματα τῆς ὁμιλίας τῆς ἀκατάπαυστης τῶν στοιχείων που πα σχίζει να μεταφέρει στη γλώσσα τῶν αἰσθημάτων, ὥσπου, καί ἀπό αὐτά στο τέλος, ν' ἀνασύρει ἕνα ἦθος, το δικό του, προσωπικό ἦθος. Στό σημεῖο αὐτό ἡ χριστιανι κή ἀγωγή του σύγχυση μᾶλλον ἐπιφέρει παρά βοήθεια γιά μιά βαθύτερη κατανόηση τῆς ἰδιοσυγκρασίας του. Τό σέβας πού δείχνει ἀπέναντι σε κάθε ἔκφανση ζωῆς καὶ πού πηγάζει κατευθείαν ἀπό τή θάλασσα (ἐννοῶ τη θά λασσα σάν-γενική κληρονόμο τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης) τείνουμε νά τό καταλογίσουμε στο συγχρωτισμό του με τά Ψαλτήρια καί τά Εὐαγγέλια. Μᾶς ξεγελάει ὁ φωτο-στέφανος πού μέ τόσην ἄνεση φοράει στην κεφαλή τῶν ταπεινῶν ὑπάρξεων καί νομίζουμε ὅτι τὸν προμηθεύεται ἀπό τίς Ἱερές Μονές, ἀκόμη κι ἂν ἡ φωτοστεφανωμένη, κάποτε, δέν εἶναι παρά μια κόρη στὴν ἔκρηξη τὴν αἰσθη-σιακή τῶν δεκάξι της χρόνων. Περισσότερο ἀπό λιβάνι, ὁ αἶνος του εἶναι ἀπό ἀνεπίτευκτο ἄγγιγμα καὶ γύρη ἀνθέων μυστική.

.....



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου