12 Δεκεμβρίου 2005

Πατρικά τοπία Άγιος Ανδριανός, αφιερωμένο στο Χρήστο Χρήστου του Δημήτρη

ΠΑΤΡΙΚΑ ΤΟΠΙΑ

Γίδες κότες και γαλιά
Βοσκάγαν στα βουνά
Τη ζέστη δεν αντέχαν
Θέλαν ίσκιο και δροσιά
Στις γούρνες πίναν τα μουλάρια
Στα κουρούπια τα γαλιά
Στη ξερόβρυση φυτεύαμε καπνά
Στους ασπράδες στάρι και καμιά ελιά
Και έτσι κύλαγε η ζωή
Χέρι χέρι με τη "Καρκανιώ" μαζί

Χρόνια στρογγυλά
Τράβηξαν την ανηφοριά
Πήρανε μαζί
Όνειρα παιδικά
Τοπία πατρικά
Δύσκολες στιγμές
Αναμνήσεις γλυκές
Τώρα αγναντεύουν από ψηλά
Την απέεεραντη πράσινη ομορφιά!

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2005

Περγα-μοτιά μου πράσινη
και αρχοντο-αναθρεμμένη
νοικοκυρά γλυκο-μάγισσα
Χριστούγεννα σε περιμένει !
Περγα-μοτιά μου δώσε της
Και φέτος «μούσκουλα» χρυσά
Και κουταλάκια πολλά – πολλά
Να γλυκάνει με υ-περ-γλυκά
τον Χριστο-χειμώνα απ’ το Χέλι…
Αη-Βασίλη Μάγους και παιδιά !
ΧΡΟΝΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Αφιερωμένο στον πεθερό μου Χρήστο Χρήστου
Εικόνες του άλλοτε

23 Νοεμβρίου 2005

Κυψέλη φανταστικός περίπατος

Φανταστικός

προ-Χριστουγεννιάτικος

περίπατος στο πρώην ρέμα

του Λεβίδη (Φωκίωνος Νέγρη)


Κυριακή Είκοσι Νοεμβρίου δύο χιλιάδες πέντε Κυκλάδων είκοσι 2
Πολλές κατοικίες με νούμερα,σαν περιστερώνες, ζώνουν το δρόμο.
Πολλές ρόδες αυτό-κινήτων, τυλίγουν ασφυκτικά τα πολύ-ακίνητα.

Κυριακή Είκοσι Νοεμβρίου δύο χιλιάδες πέντε Φωκίωνος Νέγρη.
Στην “όχθη” του Λεβίδη ένα νέο-κλασσικό αντιστέκεται στην κατ-εδάφιση.
Ο τερα-κοτένιος δήμαρχος ευχαριστεί τη δημιουργό
και τους φίλους του.
Μια πολύ όμορφη γυναίκα απλώνει τα χέρια της ν’ αγκαλιάσει τ’ όνειρο.
 Ένας απελπισμένος γλύπτης γράφει στα πόδια της το όνομά του.
Μια πηγή κάλεσε σε βοήθεια το μηχανικό να διαιωνίσει την εκ-ροή της.
 Ένα περιστέρι διάλεξε την θαλπωρή μιας ψηφιακής φωτογραφίας.
Μια μαυροφορεμένη δέχτηκε με ανακούφιση την καλοσύνη ενός πάγκου.
 Ένας νέος πρόσκοπος συνδέει με μολύβι το κάποτε με την προσδοκία.
 Ένας ασπρομάλλης αφήνει το τώρα να κυλήσει ανάμέσα στις χάντρες.
Τα φύλλα του φθινοπώρου ανέλαβαν την διακόσμηση μιας τοπικής λιμνούλας.
Ένα μπουμπουκάκι παρακαλεί τον χειμώνα της γειτονιάς να είναι φέτος πιο γλυκός.
Ένας ευ-κάλυπτος υπερηφανεύεται για την επικοινωνία του με τον …θεό.
 Ένας δημοτικός φανός αισθάνεται χαρούμενος που φοράει τα γιορτινά του.
Ο Κανάρης εγκατέλειψε την Ερέτρια και εγκαταστάθηκε στην πλατεία Κυψέλης.
Μια βάρκα που τη λένε ελευθερία πλέει αμέριμνη(;) σε …πολύ-εθνικές συνοικίες.
 Ένας σκύλος και ένα λιοντάρι προβληματίζονται γιατί …μαρμάρωσαν !!!.
Και ο Σπύρος Μερκούρης απολαμβάνει τις πρόσφατες δάφνες
της Αθήνας του 2 χιλιάδες 4 στη μεταθανάτια Τρίτη δημαρχία του!

Κυριακή είκοσι Νοεμβρίου 2ύο χιλιάδες πέντε τέλος περιπάτου !

Περιμένοντας τα Χριστούγεννα
Κίτρινα φύλα στο π. ρέμα πεσμένα
Χέρια σε μια μαγκούρα ακουμπισμένα
Πρόσωπα με το χρόνο συμφιλιωμένα
Περιστέρια στον φανό κουρνιασμένα
Πλατάνια από ουρανό και γη γαντζωμένα
Café-bar με φυλές και νιάτα θερμά μονιασμένα
Σπίτια με παράθυρα γιορτινά στολισμένα
Όλα στη γειτονιά μου αόρατα συν-δεμένα
Εύχονται τα φετινά Χριστού-γεννα
Να είναι χαρούμενα και μαγεμένα
Ειρηνικά και καλο-μαγειρεμένα !
Χρήστος Ρουμελιώτης (52)
Κυψέλη Αθήνα
Και η οικογένειά του Γιάννα Χρήστου-Ρουμελιώτη
Σπύρος (17) Ιάσων (15) Και Χρίστος (15)

Σημείωση: Η Φωκίωνος Νέγρη όπου κοντά ζούμε από το 1986 ήταν κάποτε ρέμα γνωστό ως ρέμα του Λεβίδη. Ο τερακοτένιος δήμαρχος είναι ο Νίκος Κοντζιάς και η δημιουργός του περιπλανώμενη ρομαντική γλύπτης Λουκία Γεωργαντή. Ο δημιουργός του γυναικείου γλυπτού είναι ο Μιχαήλ Τόμπρος σημαίνων καλλιτέχνης που φιλοτέχνησε μεταξύ άλλων και μινιατούρα της Νίκης του Παιωνίου κατ’ εντολήν του Ε. Βενιζέλου! Ο μαρμαρωμένος σκύλος είναι κατά πάσα πιθανότητα ο άγνωστος αφανής ήρωας που καταπολέμησε με τη θυσία σου την πείνα στην κατοχή!

Λάμπρος

Λάμπρος

Από αρνί το κεφαλάκι
Και πατσά με πολύ μεράκι
Φίλε σαν θέλεις να γευθείς
Τον Λάμπρο να επισκεφθείς!

Γιορτή κάθε μέρα έχ’ εκεί
Ήχο γλυκό από μπουζούκι κλαρίνο και βιολί
Και του Καζαντζίδη η μετ’-α-φυσική φωνή
Βράδυ αργά βγαίνει από της Ρένας το σιντί!

Στων Καμαρών τα μέρη
Είναι του Λάμπρου το Χειμέρι
Χοίροι, τράγοι, γάλλοι και κοκκόροι
Απ’ την κατσαρόλα φρέσκοι, περνούνε όλοι!

Κι αν κάποιος παραπονεθεί
Ό,τι νόστιμο δεν είναι το φαί
Τιμωρία σκληρή θε να τον βρεί
Τζάμπα να τρώει απ’ το βράδυ ως το …πρωί!!!

Μπάρμπα Λάμπρο, Μπάρμπα Λάμπρο
Στο κουτούκι σου ΜΟΝΟ φίλοι βρίσκουνε απάγκιο
Στο ποτήρι θύμισες και πόνοι πιάνουν άσπρο πάτο
Και η κοιλιά γιατρειά θέλει, μ’ αρνάκι λεμονάτο!

Ε φίλοι χωριανοί!
Ε και σεις περαστικοί!
Γάλλοι του Κάποτε και Ελβετοί!
Μη ξεχνάτε ότι στου Λάμπρου το μαγαζί
Η Κουτάλα είναι ζωντανή!
Και σας περιμένει με γνήσιο φαΐ ΕΣΑΕΙ!

Χρήστος Ρουμελιώτης, Λαμπίρι Αιγίου, Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2005
Χαρισμένο μαζί με τις φωτογραφίες στο μπάρμπα Λάμπρο

05 Νοεμβρίου 2005

Η θυσία του Κέϊσι

 
Η θυσία του Κέϊσι

ΣΤΡΑΤΟΛόΓΟς
Αρχοντά μου αχ! Απόκαμα και ανάσα δεν πήρα να φθάσω ως εδώ!
Όχι απ’ το τρέξιμο. Ούτε φτερά στους ώμους έβαλα! Όχι
Σταματούσα στο δρόμο και στριφογύριζα
Να έρθω να μην έρθω έλεγα
Η ψυχή μου με παίδευε
Που πας κακόμοιρε έλεγε, θα πληρώσεις αν πας
Δεν πας ταλαίπωρε;
Κι αν το μάθει από άλλον ο Μπούς
Και τι δεν θα πάθεις κακομοίρη μου !
Τέτοια γυρνούσαν στο νου μου και αργούσα
Και τόσο δα δρόμος ο δισταγμός μου τον μεγάλωνε.
Στο τέλος όμως με κέρδισε η πίστη στο χρήμα και σε σένα!
Και θα το πω ό,τι είναι και ας μην είναι τίποτα
Ήρθα με την ελπίδα πως ό,τι πάθω τη μοίρας μου γραπτό θα είναι
ΜΠΟύς
Τι έγινε στρατο-λόγε και κάνεις έτσι τι σε τρόμαξε;
ΣΤΡΑΤΟ-ΛΟΓΟΣ
Πρώτα πρώτα θέλω να εξηγηθώ Δεν φταίω γώ γιαυτό.
Εγώ όσο καλύτερα μπορούσα τη δουλειά μου έκανα.
Λαχταριστά κορμιά διάλεξα εκεί κάτω για να πάνε.
Ν’ αντέξουνε στη φωτιά τη ξεραΐλα τα βάσανα και την απονιά.
Πλουσιοπάροχα τ’ ανταλλάγματα που δωσες σε σπουδές παροχές και χρήμα
Όλα τα’ έχω σπείρει!
Αλλά τούτο δώ δεν βλέπω πως να το αποφύγω
Της μοίρας φαίνεται είναι μετρητό
Ίσως και να κρύβεται και κάποιο άδικο από πίσω!
ΜΠΟύς
Στο στόχο σου εσύ και ολόγυρα σε προστατεύω
Φως φανάρι. Δυσάρεστο κάτι κρύβεις!
ΣΤΡΑΤΟ-ΛΟΓΟΣ
Γιαυτό διστάζω
ΜΠΟύς
Πέστο και φύγε
ΣΤΡΑΤΟ-ΛΟΓΟΣ
Το λέω. Ο πόλεμος κεί κάτω συνεχίζεται
Η γή ακόμα διψάει για αίμα παλικαριών
Σιδερένια πουλιά φορτωμένα με τα όπλα «των φόνων» πηγαινοέρχονται ασταμάτητα
Μαύρος καπνός τα μοιρολόγια που βγαίνουν τα φουγάρα των σπιτιών
Οι χήρες κατάρες φορτώνουν τα φορτηγά
Η οργή φουσκώνει τον Ευφράτη επικίνδυνα
Οι σύμμαχοί μας τρέχουν από δω και από κει να μας υπερασπίσουν όπως όπως αλλά πείθουν όλο και λιγότερο
Οι θεοί διαμαρτύρονται ό,τι πολύ τα τραβήξαμε
Οι φίλοι μας λιγοστεύουν
Το Gold Star families for peace απλώνεται
Τα e-mail έχουν πάρει φωτιά η λογοκρισία δεν μπορεί πλέον να τα σταματήσει
Το Λάρι Κίνγκ δεν έχει επιχειρήματα να μας υπερασπίσει
Ο αντίπαλος μας κοστίζει! Από εξαγωγέας μαύρου χρυσού έγινε εισαγωγέας!
Ο Τειρεσίας το είπε ξεκάθαρα:
Αν πάνω στη γη άσπρος σίφουνας κατέβει ξεπεράσατε τα όρια Σταματάτε
Αν πάνω από τη γη μαύρος καπνός αρχίσει να μαζεύεται Σταματάτε
Ο Δίας σπατάλη άσκοπη μισάει και τιμωράει
……………………………………………………………………
Αρχοντά μου! Οι μετρητές άκοπα δουλεύουν μέρα νύχτα.
Φτάσανε στο 2 χιλιάδες!
Αλίμονο τόσα είναι και τα παλικάρια μας που χάθηκαν μέχρι σήμερα εκεί κάτω !
Σημαδιακός αριθμός που άν θυμάσαι πριν από πέντε χρόνια τον γιορτάσαμε για το καλό!
Ελπίδα και πετρέλαιο να είναι γεμάτος!
Μα τον Δία η ακρίβεια δραπανηφόρο άρμα στη χώρα μας και πολλές πόλεις ανοχείρωτες είναι

ΜΠΟύς

Στρατολόγε μη μασάς τα λόγια σου και μην μακρηγορείς.
Δεν σ’ εχω για μαντατοφόρο δεινών ούτε κριτή των έργων μου
Σε πληρώνω για υποσχέσεις να μοιράζεις με το τσουβάλι στους υποτακτικούς μου μόνο!
Πέστο καθαρά τί συμβαίνει; μόνο έτσι θα γλιτώσεις το κεφάλι σου!
ΧΟΡΟΣ

Στρατο-λόγε στρατο-λόγε
Ηρθε η ώρα την ΑΛΗΘΕΙΑ να πεις
Και μα το Δία δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς Δεν θα χάσεις την δουλειά σου
Ο άρχοντας κάτι θα σοφιστεί και δουλειά θα βρεί να σου δώσει
Ακου όμως τούτος ο πόλεμος δεν είναι σαν τους άλλους
Η ενδεκάτη Σεπτεμβρίου μαύρη μέρα για το έθνος σήμανε
Οι εχθροί μας έστειλαν 3 χιλιάδες ψυχές πριν την ώρα τους στον Άδη
Και έσπειραν για πάντα το τρόμο στην καρδιά μας!
Σε κάθε σπίτι φούντωσε ο φόβος της καταστροφής του ανθρώπου από άνθρωπο
Αλίμονο έλιωσαν τα σίδερα από το καυτό αίμα
Και οι κραυγή των αδικοχαμένων ταξίδεψε από δορυφόρο σε δορυφόρο
Και έφτασε αμέσως στα πέρατα του κόσμου
Τέτοιο χτύπημα μόνο ο α-χαλίνωτος Τρόμος θα μπορούσε να φέρει!
Κάτι συμβαίνει
Η θεά της ελευθερίας στην άκρη του πόντου έμεινε βουβή
Τα σημάδια βαθιά στον ορίζοντα για πρώτη φορά τα είδε θολά

Ταλαντώθηκε τότε με την δάδα στο χέρι
Και προσπάθησε να αντιχτυπήσει τα μυτερά πουλιά
Που βγήπαν παγανιά μέσα από τα σύννεφα
Πέρασαν πάνω από κεφάλι της και όρμησαν σαν γύπες
Να κατασπαράξουν το κοπάδι που έβοσκε αμέριμνο στη μυτερούπολη
Η θυσία – φοβάμαι – ήταν προ-συζητημένη από τους θεούς
Μια τέτοια αποκοτιά δεν θα την τολμούσε από μόνος του ο Αρης!
Τα όπλα μας και ο εγωισμός μας πληγώθηκαν αγιάτρευτα
………………………………………………………………………………..
Συναγερμός εσήμανε σ’ όλες τις πύλες του έθνους
Ήμαστε τελικά ανοχύρωτοι;
Ήτανε οι θεοί που χτύπησαν ή ο Δράκος;
Θέλουνε και άλλες θυσίες οι θεοί;
Ο Δράκος τι θα κάνει;
Σε τι φταίξαμε; τι κάναμε;
Φταίει ο Αρχηγός
Οι πολεμο-λόγοι μας τι κάνουνε;
Ποια θα είναι η επόμενη μέρα;
Θ’ αλλάξει η ζωή μας;
Και η Νίκη η τρι-πόθητη τι θέση παίρνει;
Και η Ελευθερία πως νιώθει; προδομένη ή δικαιωμένη;
………………………………………………………………………………..
Στους ναούς της πίστης πολίτες ανάφτε κεριά
Με ολονύχτιες προσευχές απ’ τους θεούς δεήστε
Στων ανθρώπων τα κεφάλια να βάλουνε μυαλά
………………………………………………………………………………..

Να όμως ο Άρχοντας ο Μπούσοντας του Γιώργη ο γιος ο τζιούνιορ
Ο νέος βασιλιάς μας που εις την κεφαλήν του φέρει των θεών τας εντολάς
Και την τύχη μας εις την άκρη του δόρατός του!
Τι θα διατάξει; Τι έχει στο νου του;
Βλέπουμε τους πόλεμο-λόγους σκυφτούς να πλησιάζουν
Άραγε θα μάθουμε;

ΜΠΟύς

Ανδρες Αμερικανέοι
Στο χείλος την έφεραν οι θεοί την πόλιν μας Θάλεγα και το έθνος μας
Αλλά αυτή κρατάει ακόμη γιατί αυτοί το θέλουν
Και εγώ σας κάλεσα μήνυμα έστειλα ξεχωριστά σ’ έναν έναν
Που έμπιστοι του 5ντα-γώνου ανέκαθεν το ξέρω

Χρήστος Ρουμελιώτης
Aθήνα 4/11/2005

27 Οκτωβρίου 2005

Γιάννης Κουτσοχέρας

Καπνόν αποθρώσκοντα

Γιάννης Κουτσοχέρας

Γαλάζια καταχνιά απ’ το σπίτι μου
Το πατρικό μου Αποσπερίτη μου
Θυμάσαι τα στρωτά αγκωνάρια
Και τη καρδιά του από πουρνάρια;

Χιλιόχρονοι άγριοι κέδροι γύρω του
Και το πευκό-δασος που έδινε το μύρο του
Κάτω ε-ξεχύνονταν ο κάμπος
Ως της θάλασσας το θάμπος…

Κι ως το γλυκοφιλούσες άστρο μου
Μαλαματένιο ήταν το κάστρο μου
Και με της πούλιας τα’ αχνοκέρια
Στα γλυκο-θύμητα νυχτέρια
Της μάνας μου ε-κυλούσαν ώρες
Προίκες γνέθοντας στις κόρες
Και κλώθοντάς μας παραμύθια
Κι ω πως φλογό-τρεμαν τα στήθια
Ως μας μολόγα πως δεν πάτησε
Τούρκος στο μέρος μας που κράτησε
Ψηλό-κορφη τη λευτεριά του
Καθώς τα’ ακλάδευτα κλαριά του…

Μα τώρα οι Γερμανοί το σπίτι μου
Της ροδ-αυγής μου το φεγγίτη μου
Κατά-καψαν καλό μου αστέρι
Και μοσκο-βόλαγε τα’ αγέρι
Καθώς μου λεν
απ’ τα δοκάρια του τα κέδρινα
Και τα’ γκωνάρια του σωριάστηκαν παλικάρια

Και πάει η ψυχή του η πουρναρίσια
Στα γαλαζόλευκα τα μέρη
Και ω τον καπνό ψυχή που βγαίνει
Απ’ τη καρδιά του τη λιωμένη
Να 'βλεπα και να ρουφούσα τα’ άρωμα
Κέδρου και πουρναριού ζευγάρωμα
Και εντός μου να μπει το άγιο σπίτι
Το πατρικό μου καλέ μου Αποσπερίτη

Γιάννης Κουτσοχέρας

Τιμή σε σένα Γιάννη Κουτσοχέρα
Χρωστά η Ελλάδα πέρα ως πέρα…

Γιάννη με την χρυσή σου χείρα
Έβαλες την Ζήρια στην ιστορία
Για να την ενθυμούνται οι σκέπτες
Και να δακρύζουν οι καθρέπτες (δέκτες)
Σαν βλέπουνε τη μαστοριά
Οι μαθητές σου στα σκολειά!

Γιάννη της Ζήριας τα παιδιά
Πάντα θα σ’ αγαπούνε
Και παντοτινά θα κατοικούνε
Μες στο δικό σου το σκολειό
Πιο κάτω από το σπίτι σου της ιστορίας το παντοτινό…
Αποσπερίτη της Ελλάδας κρυφό,
Που φέγγει κάθε λεύτερο μυαλό

Χρήστος Ρουμελιώτης Ζήρια 26/10/05

Πάντα να πολεμάς και ν' αντιστέκεσαι,
κι ας μένεις μόνος.
Μονάχος έρημος γαλήνιος
να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου.

Και στους πολλούς και στους λίγους, ν' αντιστέκεσαι
κρατώντας την ψυχή σου φλεγόμενη βάτο
για φως, πάντα για φως, για το καλό του Ανθρώπου.

Να πολεμάς με το γνωστό και το άγνωστο,
με την κακή και την καλή τη μοίρα.
και με τους άπονους θεούς
και τους απάνθρωπους ανθρώπους.
Πάντα να πολεμάς και ν' αντιστέκεσαι.
Κι όλο για το καλό - το φως του Ανθρώπου

Γιάννης Κουτσοχέρας

Τιμή στον Γιάννη Κουτσοχέρα.
Ο Δήμαρχος Ερινεού καλεί την Κυριακή 19 Μαΐου 2002 και ώρα 11:00 π.μ. στην πάνδημο συγκέντρωση στο Δημοτικό Σχολείο Ζήριας, το οποίο μετονομάζεται σε ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΖΗΡΙΑΣ «Γιάννης Κουτσοχέρας» , τιμώντας τον ποιητή, διανοητή και άνθρωπο που διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα σε αυτό το σχολείο και θα γίνουν αποκαλυπτήρια της προτομής του.
Ο Γιάννης Κουτσοχέρας διακρίθηκε για την μεγάλη ποίηση που μας κληροδότησε, για το ήθος του και την πανανθρώπινη αγαθοποιό δράση του.
Βαθυστόχαστος διανοητής πορεύθηκε ενεργά τον πολυτάραχο 20ο αιώνα και γονιμοποίησε με τόλμη και ιδεολογική πνοή ό,τι άγγιξε στο διάβα του. www.filofimos.gr

26 Οκτωβρίου 2005

Ο ξεπεσμένος Δερβίσης Παπαδιαμάντης

 Ο ξεπεσμένος Δερβίσης Παπαδιαμάντης

Στου δρόμου την άκρη
Στης ζωής τη μέση
Στων φαναριών το φως
Στων αυτό-κινήτων το μπρος
«Κοιτάζω σαστισμένος
Ποιος φακός δίνει σημασία
Για του καρβελιού σου την α-αγωνία»;
………………………………………………….
Είπα να φύγω
Θα ξαναγυρίσω όμως
Ένα βράδυ στη στοά του βιβλίου
Ή Στα φανάρια του δρόμου
Δεν έχει σημασία
Εγώ ή αυτός
Με το άκουσμα του Νάϊ
Για να κατά-κάτσει η αιθάλη
Που παρά την θέλησή μου
Εισχωρεί εις την ψυχήν μου
Ευτυχώς
Η α-γωνία είναι δίφυλλη
Διαλέγεις και παίρνεις
Η τη μέσα πλευρά που σε προστατεύει
Ή σε στριμώχνει όπως το πάρεις
Ή την έξω μεριά όπου επιλέγεις
Την μία ή την άλλη κατεύθυνση!
Η το χάος πίσω από την αιχμή της !
Θα εκτεθώ στον εαυτό μου αν δεν φύγω!
Διαλέγω στη τύχη μια χρονική α-γωνία
Καλώ τις νότες του Νάϊ να με συνοδεύσουν
Το θυμίαμά τους κυριεύει την ατμόσφαιρα
Τα ώτα μαγεύονται
Τα επίθετα και οι μετοχές ξε-χύνονται
Πλημμυρίζουν στα τύμπανα.
«ήμερον, ταπεινόν, πράον, φιλάνθρωπον»
Είπα να φύγω
Θα ξαναγυρίσω όμως
Ένα μεσημέρι στις δώδεκα και δεκαεννέα
Στα φανάρια του δρόμου
Πουλώντας μαντηλάκια
Αθώο χαρτί
Απαλό σαν χάδι
Ικανό να απαλύνει το πόνο
Να ζήσει ακόμη και ένα ξεπεσμένο βεζίρη!
«ήμερον, ταπεινόν, πράον, φιλάνθρωπον
Γωνία ή Α-γωνία
Δεν έχει σημασία
Διαλέγεις και παίρνεις
Προτιμώ και τα δύο
Επίθετα και μετοχές
Έχουν γίνει ένα με τις νότες του Νάϊ
Ανεβαίνουν στον ουρανό
Για να αιωνο-ποιηθούν μαζί με τον Λούη
Παραμονές των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων
«Φωνή εκ βαθαίων ανεβαίνουσα
Ως ρύαξ, ως άχνη, ως ατμός
Ως θρήνος ως πάθος ως μελωδία
Ως αύρα νυχτερινή,
Πραεία, μειλιχία, άδολος,
Αρριχωμένη εις τας ριπάς,
χορδίζουσα το αχανές,
ικετεύουσα το άπειρον,
παιδική, άκκακος, ελισσομένη
φωνή παρθένου μοιρολογούσης,
μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου,
λαχταρούντος την επάνοδο του έαρος…»
Είπα να φύγω
Θα ξαναγυρίσω όμως…
Δεν πήγα μακριά…
…………………………………………….
Κάποιος με ακολουθεί
Στην Αιγείρα
Στο φεγγάρι…………..
Το «ήμερον» και το «ταπεινόν»
το «πράον» και το «φιλάνθρωπον»
όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης!

Χρήστος Ρουμελιώτης
Αθήνα 25/10/2005
Τρίτη, 25 Οκτωβρίου
8:41 πμ

Παρουσίαση 21/10/05 (20h00) στη Στοά του Βιβλίου του διηγήματος του Παπαδιαμάντη

Το διήγημα «Ο ξεπεσμένος Δερβίσης» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έδωσε τη δημιουργική αφορμή στον εικαστικό Δημήτρη Μοράρο για μια έκδοση με 15 ζωγραφικά έργα του (εκδόσεις Μυγδονία). Πρόκειται για το δεύτερο πόνημά του που εντάσσεται στη σειρά «Εικαστική σπουδή στον Παπαδιαμάντη» και περιλαμβάνει επιπλέον, εκτός από τα έργα, έναν ψηφιακό δίσκο με αφήγηση του Θωμά Κοροβίνη και μουσική συνοδεία του Μάρκου Σκούλιου. Η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει αύριο Παρασκευή (8.00 μ.μ.) στην αίθουσα της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (Στοά του Βιβλίου, Πεσμαζόγλου 5) με συντονιστή τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και εισηγητή τον Στέλιο Παπαθανασίου.Ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος γράφει στον επίλογο ότι το συγκεκριμένο αθηναϊκό διήγημα του Παπαδιαμάντη, «...δημοσιευμένο τον Ιανουάριο του 1896, χρονιάς των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, δεν είναι, ακόμη και σήμερα, δυσανάγνωστο. Ωστόσο, θα έβγαινε κερδισμένος ο αναγνώστης αν διάβαζε μαζί με το διήγημα και το ιδιότυπο παπαδιαμαντικό δοκίμιο "Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις", γραμμένο, όπως φαίνεται, κοντά κοντά με τον "Ξεπεσμένο Δερβίση" και δημοσιευμένο τον ίδιο χρόνο στο μεγάλο λεύκωμα "Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896", που εξέδωσε ο Βλάσης Γαβριηλίδης».Στην παρουσίαση του βιβλίου θα συμμετέχουν επίσης ο Θ. Κοροβίνης και ο Μ. Σκούλιος, ενώ θα λειτουργεί έκθεση με τα πρωτότυπα έργα ακουαρέλας του Δημήτρη Μοράρου. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 20/10/2005

21 Οκτωβρίου 2005

Λαμπίρι Αιγίου μυθοπλαστικά

Μικρό μυθο/πλαστικό (1)

Οι θεοί έκαναν ένα δώρο στοN Πέλοπα: Την Πελοπόννησο.
Ο Πέλοπας ζήτησε μια χάρη ακόμα: να του φτιάξουν και ένα βουνό ν’ ανεβαίνει για ν’ αγναντεύει το Κορινθιακό!
Και έτσι έγινε το Παναχαϊκό!
Η γυναίκα του Πέλοπα ικέτευσε τις θεές να κάνουν κάτι και γι’ αυτήν!
Έτσι εμφανίστηκε η Άνω Ζήρια μετά η Κάτω και τέλος το λουτροχώρι το Λαμπίρι
για τα μπάνια του βασιλικού ζεύγους … !!!

Μικρό μυθο!ποιητικό (2)

Η Σαπφώ στο δρόμο προς την εξορία της στη Σικελία περνώντας από τη Ζήρια με τις …κουμαριές είπε:

Αχ κουμαράκι μου γλυκό !
Πόσο όμορφα στολίζεις
τον Κορινθιακό !
Χαρά στις κόρες που κατοικούνε σε τούτο
το χωριό !
Το ζουμάκι σου ας πάρουνε και του έρωτα ας φτιάξουνε γλυκό – τρί-γλυκο πιοτό !
Και, κουμαράκι μου,
Μην ξεχάσεις να μου στείλεις λίγο, και γω να πιω
της εξορίας μου τον τόπο
να ξεχάσω το πικρό !

Μικρό οινο+μεθυστικό (3)

Ο Διόνυσος “ο γιος της Λήθης», λέει, μόλις είδε τούτο δω το αμπελοστάφυλο και τα’ αμπέλι του άρεσε πολύ και παρακάλεσε τους Ζηριώτες κάθε χρόνο στη γιορτή του κρασιού να τον καλούνε και να μεθάνε μαζί με ροδίτη-κο κρασί Γλέντι λοιπόν και χορός και καλό φαγητό στην ταβέρνα του Καραμπουλά ;

Μικρό περι(.)γραφικό (4)

Μια πλατεία μια εκκλησία
Ένα μουράγιο μια ιστορία
Μία βρύση ένα χωριό
Ένα αλέτρι ένα καπηλειό
Αμπέλια πεύκα και ελιές
Στης Ζήριας τις πλαγιές…
Μανόλιες κι άρχοντες
στις αυλές

Μικρό γαιδ-Tουριστικό (5)

Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Δεν φτάνανε οι βοσκές
Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Βόδια κάνανε βουτιές
Και με 2 και 3 απλωτές
Στης Ναυπακτίας φτάναν τις ακτές
Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Του Κορινθιακού λίγα ήταν τα νερά
Κι ο Φοίνικας ακούραστος
κατέβαζε κι άλλα από ψηλά
Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Μαύροι πεύκοι φυτρώσανε εχτές
Παρέα με κουτουπιές κ που-ρναριές
Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Οι βάρκες λιάζονται αραχτές
Κάτω στις μεντ-ο-γιαλιές
Τουρίστες από βόρειες ακτές
Σε καλυβούλες περνάνε φίνα διακοπές
Και καβάλα στα γαϊδούρια χαίρονται
Της Αιγιαλείας τις ομορφιές!!! Χα χα χα!
Χρ.Ρουμ.20/10/2005 10:03 πμ

Κυκλάμινο

Στου δάσους τη σιγαλιά
Κελαηδάν αμέτρητα πουλιά
Κυκλαμινάκια στη σειρά
Λένε τα δικά τους μυστικά

Πανύψηλα πεύκα από ψηλά
Τα παρατηρούνε σιωπηλά
Κι αυτά με τη μουσουδίτσα τους σκυφτά
Κοιτάν το χώμα σκεφτικά

Παρέα κάνουνε διό-διό εις την σκιά
Μόνα-χούλια τους μένουνε μερικά
Πουλάκια τους κάνουνε όμως συντροφιά
Με ήχους που ξέρουνε μόνο αυτά

Κυκλαμινάκια μέσ’ στο δάσος μοναχά
«Δάσος» νιώθουνε και αυτά
Πάνω σε μια πατάτα στριμωχτά
Χαίρονται του φθινοπώρου τη δροσιά

Κυκλαμινάκια μια σταλιά
Και άλλα λουλουδάκια τόσα δά
Αγάπη φυλάει η κυρά μες στη καρδιά
Και τα περιμένει και τα λαχταρά!

Χρήστος Ρουμελιώτης
Λαμπίρι
2:25:55 μμ

19 Οκτωβρίου 2005

Ψαθόπυργος

 

Ψαθόπυργος

Αγ, Κων/νος και Έλενα
Αγ. Γεώργιος και Αλέκα
Άγιοι Ανάργυροι και Ειρήνη
Άγιος Ευθύμιος και Εφη
(Αγ.)+ Σπυρίδων και Πηνελόπη
Βαρ-καλάς και Κούλα
Ναυτίλος και ANNY
Μαρία και Παναγιά

Στου Ψαθο-πύργου τα γαλανά νερά
Έχουμε όλα τα καλά:
Ο καθείς και η κάθε μια σιμά της
Εχει πρώτα απ’ όλα το όνομα (του) της!

Στου Ψαθο-πύργου τα ήρεμα νερά
Έχουμε όλα τα καλά:
Το βουνό αιώνια παρέα
Τα καλο-καίρια - παιδιά να παίζουνε ωραία!

Στου Ψαθο-πύργου τ’ απάνεμο - το λιμανάκι
Τα’ φεντικά μας περιμένουνε λίγο – αεράκι!
Τη πρύμνη μας να λικνίσει σαν ένα - καρυδάκι
Την αγάπη τους ν’ αρμενίσει τ’ όμορφο – βαρβάκι !

Στου Παν-αχαικού την πράσινη ποδιά
Απάγκιο βρήκαν βάρκες δεκα-εφτά!
Και σαν τις είδαν ζωγράφοι δεκα-τρείς
Λαλήσανε: «δεν θ’ αξίζαμε δεκάρες τρεις αν δεν ήσασταν εσείς»!

Έλα βαρκάρη πάρε με
Στο θαύμα μέσα βάλε με
Έλα ζωγράφε πάρε με
Στον καμβά σου βάλε με

Ελα βαρκάρη πάρε με
ΠάνΩ από το σκότος βάλε με
Ελα κοπέλα μου πάρε με
Στα ά-γραφ(τα)ά (καρδιά) σου μέσα βάλε με!

Μηχανάκι και κουπί
Σαρδέλα και σκουμπρί !
Αρμύρα και ρακί
Ά-χρηστοι νάναι (είναι) οι γιατροί!

Φουρτούνα στα ανοιχτά;
Μην μπάτε κόντρα στο βοριά !
Μουράγιο και πάνω τα κουπιά!
Να κάτσουν τα δεινά στα μαλακά !

Βαρκούλες δεμένες με σχοινιά
Στου χρόνου την απανεμιά
Περιμένουμε κι αυτές καρτερικά
Βάρκες να γεννούν με άσπρα μαλλιά!

Χρήστος Ρουμελιώτης
Λαμπίρι, 19/10/05

Αφιερωμένο στη
Carole +Jean-Luc
Και στους βαρκάρηδες
Του Ψαθοπύργου

15 Οκτωβρίου 2005

Βαρβάρα Κριτσιλίγκου, Κριτσιλίγκος, Μελίσσι Κορινθίας, Γιώργης Κριτσιλίγκος με φίλους

Βαρβάρα

Του φίλου μου η μάνα
Είναι και δική μου μάνα
Πεθαίνω μια, πεθαίνω διό
Και πάλι ξανα-ζώ
Πότε θα σε ξανα-δώ;

Του φίλου μου η μάνα
Είναι και δική μου μάνα
Απ’ το χωριό περνώ
Κι ήρθα να τη δω…
Νάμαι και πάλι τώρα δω…

Ξαπλωμένη ήσουνα
Και ξε-κουραζόσουνα…
Κόσμος πολύς λυπότανε
Που ξανα-βλεπότανε;
Και Συ γλυκό-φωνα τον-εκέρναγες…

Του φίλου μου η μάνα
Είναι και δική μου μάνα
Δύο φίλοι δύο μάνες
Μας πήρε ο ύπνος και πάλι μες στις γράνες
Μην αν-ησυχείτε μάνες…

Βαρβάρα Βαρβάρα Βαρβάρα
Μια «Κυρία» που τη λέγανε Κυριακή
Σου χτύπησε την πόρτα ένα πρωί
Και ένα άσπρο περιστέρι που το λέγανε «ζωή»
Μπήκε κ’ αυτό μαζί …

Βαρβάρα: του αδελφού μου η μάνα
Η δική μου μάνα
Του γείτονα η μάνα
Του χωριού η μάνα
Βαρβάρα! Καλή ζωή να-έχεις!

Χρήστος Ρουμελιώτης
Αθήνα Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2005 10:44:21 πμ