ΜΟΙΡΟΛΟΙ
Ο άνεμος εσήκωσε
κύματα και αλμύρα
είναι σκληρή η μοίρα
δεν δίδει μερτικό.
Μικρή ζωή μακρύς καημός
σε θάλασσα που καίει
μια μάνα που σε κλαίει
σε άδειο σπιτικό.
Τη μέρα που η άνοιξη
θα άλλαζε το κόσμο
με γιασεμιά και δυόσμο
και θ’ άνοιγε πανιά
άλλαξες γνώμη κι έφυγες
'κείνο το μαύρο βράδυ
κι έμεινε το σκοτάδι
κι αυτή η ερημιά.
κύματα και αλμύρα
είναι σκληρή η μοίρα
δεν δίδει μερτικό.
Μικρή ζωή μακρύς καημός
σε θάλασσα που καίει
μια μάνα που σε κλαίει
σε άδειο σπιτικό.
Τη μέρα που η άνοιξη
θα άλλαζε το κόσμο
με γιασεμιά και δυόσμο
και θ’ άνοιγε πανιά
άλλαξες γνώμη κι έφυγες
'κείνο το μαύρο βράδυ
κι έμεινε το σκοτάδι
κι αυτή η ερημιά.
