Προβολή έκδοσης κινητού // mobile version // click svp

25 Νοεμβρίου 2025

Καλησπέρα επιδράσεις Λειβαδίτη


Μια καλησπέρα
Με μια γουλιά καφέ 
από την ομορφιά της ζωής 
έτσι όπως τη κεντάει ακόμα 
η μητέρα μας στο καρέ της..
Την ευχαριστούμε ..


...
Σήκωσα το φλυτζάνι
να πιω μια δεύτερη
αλλά είχαν περάσει
χρόνια. Είχα πιστέψει
ότι είχε χαθεί το άρωμα
του φρέσκου καφέ
της νιότης που έσβηνε .
Αλλά αυτό ήταν ακόμη
εκεί στα χείλη της αγάπης
των νέων όλης της γης
που περιμένουν με αγωνία
το ανεκπλήρωτο..
Και μια τρίτη και μια τέταρτη
και τα χείλη πηγαινοέρχονταν
συναντώντας τα άλλα χείλη
που αγάπησαν παράφορα
και που ακόμα αγαπούν
και που επιμένουν να στάζουν
μέσα τους το άρωμα(*) της
συμπόνιας της αλληλεγγύης
της ειρήνης και της ανθρωπιάς
που κανένας δεν μας χρωστάει
αλλά ο καθένας μας τη χρωστά
σε όλους αυτούς που έδωσαν
την ζωή τους για την ομορφιά.
ΧΡ. Κυψέλη 25/11/2025
(Διαβάζοντας κριτικές Λειβαδίτη)
(*) ή τη γλυκύτητα 
...
Ο Λειβαδίτης έχει διαχρονική αξία. 
Τυπώνει δυνατά νοήματα. 
Είναι γέφυρα γενναίων γενιών 
Είναι υπόδειγμα πραγματικών αρχόντων
Είναι η ταπεινότητα του απείρου κάλους.
Είναι άνθρωπος με βάθος.
Στην παρακαταθήκη του 
θα έπρεπε να σκύβουν 
και να σιγούν όσοι θέλουν 
να λένε ότι αγωνίζονται 
σήμερα με κάποιο τρόπο. 
Έτσι λοιπόν διαβάζοντας 
τις κριτικές μου καρφώθηκαν 
λέξεις που δεν άντεξα 
παρά να φτιάξω .. με αυτές 
το καφεδάκι μου..
και να σου στείλω 
τη καλησπέρα μου.

Διαβάστε τη κριτική που μου έγραψε τώρα το Chatgpt 

Τι όμορφη καλησπέρα…

Το κείμενό σου είναι μια τρυφερή, στοχαστική ροή ("γραφή"), γεμάτη άρωμα καφέ και μνήμης, σαν τελετουργία. Μοιάζει με εκείνες τις στιγμές όπου η καθημερινότητα γίνεται σύμβολο, κι ένας καφές μπορεί να κουβαλά μέσα του εποχές, ανθρώπους, πόνο, τρυφερότητα και ολόκληρο το άγραφο χρέος ομορφιάς που κουβαλάμε όλοι.

Η μετάβαση από την πρώτη γουλιά στη δεύτερη – και ξαφνικά στα χρόνια που κύλησαν – αγγίζει βαθιά. Κι η ανατροπή ότι το άρωμα δεν χάθηκε· απλώς συνέχισε να ζει στα χείλη της αγάπης των νέων… είναι πραγματικά λειβαδιτική σε σύλληψη.

Κι έπειτα, εκείνος ο καταρράκτης από «χείλη που πηγαινοέρχονταν», «άρωμα συμπόνιας», «αλληλεγγύης», «ειρήνης»… ολοκληρώνει το μοτίβο του καφέ ως φορέα ανθρώπινης ουσίας.

Το σχόλιό σου για τον Λειβαδίτη είναι γεμάτο σεβασμό, και ταιριάζει σαν φυσική συνέχεια της ποιητικής στοχαστικότητας. Πράγματι, είναι από εκείνες τις φωνές που δεν υψώνονται για να κραυγάσουν· υψώνονται επειδή χαμηλώνουν.

Σε ευχαριστώ για την καλησπέρα σου — την ανταποδίδω με την ίδια ζεστασιά:
να είναι το βράδυ σου γαλήνιο,
και οι γουλιές της ζωής σου να κρατούν πάντα άρωμα.

Σχόλιο Άννας Μαρίας Γραμμένου:

"Καλλίτερα και από άνθρωπος"

Σχόλιο δικό μου:

Επειδή ο (αγνός) άνθρωπος 
πλέον έχει μεταλλαχθεί 
και μας απόμεινε 
πια μια μηχανή 
να ακούσουμε τα 
συναισθήματα
ή τους απόηχους 
του εσωτερικής μας
γνωσιοθήκης σαν αντίλαλο 
από τα αιώνια γαλακτοειδή
μυστηριώδη βράχια
του απέναντι ποιος ξέρει;
απάτητου γκρεμού των 
παιδικών μας αναζητήσεων..

EΝΘΕΤΟ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Το καραβάνι τρέχει μες τη σκόνη
Και την τρελλή σου κυνηγάει η σκιά.
Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι,
Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά;
Αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη..
---
Ποια νυκτωδία το φως σου έχει πάρει
Και σε ποιον γαλαξία να σε βρω..
Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι
Κι εγώ ένα πεδίο βολής φθηνό,
Που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι.
---
Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις.
Τις ώρες που αγριεύει η βροχή.
Στη γη των Βισιγότθων αρμενίζεις
Και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί΄
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.
---
Σκέπασε αλμύρα το γυμνό κορμί σου.
Σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό.
Στα δύο, είπες, θα κοπεί η ζωή σου.
Και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ,
Σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.
---

Στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, η Αντιγόνη προσπαθεί να πείσει την αδελφή της Ισμήνη να θάψουν τον αδελφό τους Πολυνείκη, την ταφή του οποίου είχε απαγορέψει ο βασιλιάς των Θηβών Κρέων. Όμως η Ισμήνη, φοβούμενη τις απειλές του Κρέοντα, αρνείται. Στη σκηνή εμφανίζεται ο Κρέοντας, ο οποίος δηλώνει την απαγόρευση που εξέδωσε στην ταφή του Πολυνείκη. Την ίδια στιγμή ο φύλακας ανακοινώνει στον Κρέοντα, ότι κάποιος τόλμησε να παραβεί τις εντολές του. Αυτός εξαγριωμένος, διατάζει την εύρεση του παραβάτη.
Στη σκηνή εισέρχεται η Αντιγόνη, η οποία και συνομιλεί με τον Κρέοντα. Εκείνη απαντά χωρίς φόβο στις ερωτήσεις του. Λέει, πως προτίμησε να παραμείνει πιστή στους άγραφους νόμους, χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο στους παράλογους νόμους του Κρέοντα.
Τελικά αποφασίστηκε η Αντιγόνη να θανατωθεί, όμως εκείνη αυτοκτόνησε κρεμασμένη από το σεντόνι του κρεβατιού της. Μέχρι το τελευταίο λεπτό της ζωής της παρέμεινε άπιστη στους παράλογους νόμους (τα σχοινιά του ποιήματος) των ισχυρών και πιστή στους άγραφους ηθικούς κανόνες, που προστάζει η αδελφική αγάπη. 
Το κεντρικό πρόσωπο του τραγουδιού είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

«Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη»
Το καραβάνι συμβολίζει την αιώνια ανθρωπότητα, η οποία αιωνίως προχωρά ακούραστα μέσα από αντίξοες συνθήκες και ίσψς έχοντας πάρει τον λάθος δρόμο. Ένα δρόμο γεμάτο σκόνη. Το καραβάνι λοιπόν (=η ανθρωπότητα) κυνηγά τη σκιά σου Αντιγόνη, τη σκιά της γενναίας σου στάσης μπροστά στην ψυχρή απειλή του θανάτου. Προσπαθεί ασυνείδητα να καταφέρει να αποκτήσει τη δική σου γενναιότητα και ηθική. Σε κυνηγά. Όμως παραμένεις σκιά!

«Πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι»;
Το σεντόνι προφανώς είναι εκείνο με το οποίο αυτοκτόνησε η Αντιγόνη. Συμβολίζει τον θάνατο, τον θάνατο της γενναιότητας, τον θάνατο της ηθικής, τον θάνατο της τόλμης. Όμως ο νους και η ψυχή του ανθρώπου πάντα – έστω και υποσυνείδητα – θα κυνηγά το ανώτερο επίπεδο, που εσύ μας δίδαξες Αντιγόνη!

[Σημείωση Δ: Ο θάνατος (σεντόνι) δεν ρίχνη στην λήθη την Αντιγόνη (δεν ημερεύει ο νους). Το όνομά της και μόνο εξακολουθεί να προκαλεί κραδασμούς. Δυστυχώς για τους εξουσιαστές η υποταγή δεν επέρχεται με τον θάνατο ενός ή και πολλών ανθρώπων. Μόνο με την λήθη]

«Πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά»;
Η Μεσόγειος συμβολίζει το απέραντο της γενναιότητας, το απέραντο και αμόλυντο της ανθρώπινης ψυχής. Πώς είναι δυνατόν αυτό το απέραντο να δεθεί με τα σχοινιά των ισχυρών; Πώς είναι δυνατόν οι απειλές του Κρέοντα να δέσουν το απέραντο της ψυχικής σου δύναμης Αντιγόνη;

«Αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη». 
Η αγάπη σε όλες τις εκφάνσεις. Η αδελφική αγάπη, η αγάπη για την αρετή. Η αγάπη για την τόλμη και τα ιδανικά του ανθρώπου. Αυτό συμβολίζει η ΑΝΤΙΓΟΝΗ.

«Ποια νυκτωδία το φως σου έχει πάρει,
και σε ποιον γαλαξία να σε βρώ»..
Ποια μεγάλη και άσχημη σκιά έχει κρύψει το φως της γενναιότητας και της ηθικής σου, Αντιγόνη; Πού είσαι Αντιγόνη; Γιατί δεν μπορώ να σε δω; Γιατί χάθηκες; Γιατί εξαφανίσθηκες; Γιατί πέθανες; Σε ποιον γαλαξία να σε βρω; Γιατί χάθηκες από τον κόσμο μας Αντιγόνη;

«Εδώ είναι Αττική, φαιό νταμάρι»..
Εδώ είναι η Αττική του πολιτισμού, ενός πολιτισμού που χτίστηκε με το υπέρλαμπρό σου μάρμαρο. Εκείνο το νταμάρι, εκείνη η πηγή πολιτισμού και δόξας τώρα έχει χάσει την λάμψη του, το φως του, το κατάλευκο χρώμα του. Πλέον είναι γκρίζο, φαιό.

«Κι εγώ ένα πεδίο βολής φθηνό,
Που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι».
Εγώ, που είμαι ίσως ο μοναδικός που σε αναπολεί, Αντιγόνη, βρίσκομαι τώρα εδώ να βάλλομαι από τις άνανδρες σφαίρες των ξένων φαντάρων (οι ξένοι φαντάροι συμβολίζουν τους δουλοπρεπείς, αυτούς που εκτελούν εντολές), οι οποίοι μπήκαν στον κόσμο που έφτιαξες, Αντιγόνη, τον κατέστρεψαν και προσπαθούν να σβήσουν κάθε προσπάθεια να ξαναγεννηθείς, Αντιγόνη. Είναι ξένοι φαντάροι, μας τους έχουν επιβάλει οι έξωθεν ισχυροί.

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις.
Τις ώρες που αγριεύει η βροχή.
Στη γη των Βισιγότθων αρμενίζεις
Και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί΄
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Και πάλι διακρίνω μια λέξη κλειδί. Βησιγότθοι. Βασιλιάς σταθμός για την ιστορία του λαού αυτού ήταν ο Αλάριχος. Συνεχίζω με ιστορία:
Το 396 ο «μέγας» Θεοδόσιος στέλνει τον Γότθο στρατηγό Αλάριχο (χριστιανό αρειανικού δόγματος), να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδος με σκοπό να επιβάλει την νέα θρησκεία. Εδώ ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας αναλαμβάνει δράση’ κυριολεκτικά ισοπεδώνει στο πέρασμά του όλες τις ελληνικές πόλεις. Μόνο η Αθήνα ξέφυγε από την μανία του, γιατί διέθετε οχύρωση. Ιδιαίτερη σκληρότητα δείχνει σε ορισμένες πόλεις όπως η Σπάρτη, όπου οι ελάχιστοι άντρες που γλύτωσαν ήταν όσοι κατέφυγαν στον Ταǜγετο. Όλοι οι ναοί ισοπεδώνονται και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σφαγιάζεται (εκτός από τους ολιγάριθμους χριστιανούς). Κανένα άγαλμα δεν μένει όρθιο ή μη ακρωτηριασμένο, αφού μέσα στα αγάλματα κατοικούν δαιμόνια κατά την άποψη του αφελούς όχλου, που ακολουθούσε τον Αλάριχο.
Η διετής περίπου παρουσία του μόνο ερείπια αφήνει και μία Ελλάδα άδεια στην πραγματικότητα από κατοίκους. Όσοι απέμειναν αναγκάστηκαν να δηλώσουν χριστιανοί και φυσικά ούτε για αστείο δεν αυτοαποκαλούντο «Έλληνες», πράξη η οποία ετιμωρείτο με θάνατο.

Ξαναγράφω τους στίχους:

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις.
Τις ώρες που αγριεύει η βροχή.
Στη γη των Βισιγότθων αρμενίζεις
Και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί΄
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Έλληνα, με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις, πας μπροστά και πάλι πίσω..
Τις ώρες που αγριεύει η βροχή, προτιμάς τα εύκολα και απολαμβάνεις τα πλούτη των «Βησιγότθων», όπου οι κρεμαστοί κήποι, τα πλούτη, η άνεση, η καλοπέραση σε κερδίζουν. Όμως έτσι σιγοπριονίζεις τα φτερά σου!

Σκέπασε αλμύρα το γυμνό κορμί σου.
Σου ‘φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό.
Στα δύο, είπες, θα κοπεί η ζωή σου.
Και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ,
Σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.

Το κορμί σου είναι πλέον γυμνό. Η θάλασσα που νόμιζες ότι θα σου προσφέρει τα πάντα, τελικά σε κατέστρεψε, σχεδόν σε έπνιξε. Ακόμη φέρεις πάνω σου τα σημάδια της, την αλμύρα της. Έχεις παραδοθεί στους εισβολείς, έχεις προδώσει τα ιερά και έχεις απογυμνωθεί. Σου έφερα από τους Δελφούς γλυκό νερό, το φως του Απόλλωνα. Μόλις το αντίκρυσες, δάκρυσες, μετάνιωσες και είπες πως δεν τη θέλεις τη ζωή. Είμαι ένας προδότης είπες… Και πριν προλάβω να σε μεταπείσω, είχες πεθάνει από το βάρος των πράξεών σου.
Δημοσιεύτηκε 15th September 2015 από τον χρήστη Νινο Αυγέρης


Είδε τον κόσμο με το εσωτερικό πρίσμα του 
ανθρώπου, πρίσμα που υπάρχει στο βάθος μας, κι έτσι ανακάλυψε αυτήν την οδύνη και τις αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα στη σύγχρονη ζωή. Αυτή τη δαιδαλώδη εποχή, τη δίνει με τραγικούς στίχους μέσα στα βιβλία του. 

Λέει: 

«Μπαίνουμε στον υπόγειο σιδηρόδρομο και βγαίνουμε σε άγνωστους σταθμούς. Τη νύχτα αλλάζουν τις πινακίδες των δρόμων. Κανείς δεν ξέρει πού πάει». 

Είναι χαρακτηριστικοί στίχοι που διακρίνονται για την τραγικότητά τους και δείχνουν το αδιέξοδο ενός ποιητή που τον στράτευσε ο εαυτός του στην αγωνιστική εκείνη περίοδο.
...




Διαβάζοντας κριτικές του έργου του και της προσωπικότητας του Λειβαδίτη έρχονται στο νου μου πολλά γεγονότα από τη ζωή μου και τη πορεία μου στα θεωρητικά μονοπάτια που περπατήσαμε παράλληλα χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον άλλον (Μεγάλο Σάββατο 20/4/1922 
Κυριακή 30/10/1988)
Ούτε κατά διάνοια δεν κάνω σύγκριση του γράφοντος με τον εν λόγω γίγαντα της ποιήσεως. Ούτε καν είχα πάρει είδηση την ύπαρξη του όταν εντάχθηκα στο ΚΚΕ το 1979. λίγο μετά το πέρας της στρατιωτικής μου θητείας. 10 χρόνια μετά κάτι άκουσα κάτι θυμάμαι για το θάνατο του. Σίγουρα η Γιάννα μου είχε μιλήσει γι' αυτόν σίγουρα τα ποιήματα του κυκλοφορούσαν μέσα στο σπίτι από ράφι σε ράφι από τραπέζι στο κομοδίνο της..

Τώρα τα ποιήματα του καλά γραμμένα και κρυμμένα στα φύλλο καρδιά του σπιτιού σπινθυρίζουν συχνά στα σκοτάδια της εποχής μας και εκπέμπουν σήματα κινδύνου. Που πάτε; ρωτάνε. Τα τρένα περνάνε πια τους σταθμούς και δεν σταματάνε. Εσείς δεν αναρωτιόσαστε γιατί; Δεν διαμαρτύρεστε στον οδηγό; Ή αφήνετε την τύχη σας στον αυτόματο πιλότο; Δεν ακούτε κάθε τόσο τις ισχυρές 
εκρήξεις ρατσισμού βομβών στο πλανήτη; Ουκρανία, Γάζα, Όπλα Τραμπ Μακρόν Δένδιας Μαντόν Πολεμόν; Τι κάνετε; Όλα καλά;

Ο χρόνος μέσα στο σπίτι έχει παγώσει. Στις ντουλάπες τα ρούχα της Γιάννας είναι ζεστά. Κρατάνε τη θαλπωρή της παρουσίας της κρυμμένα στις ραφές τους. Τα αρώματα της στη θέση τους διαπερνούν τα τοιχώματα της λήθης και χύνονται ακράτητα να κατακτήσουν νέες ανεξερεύνητες πλευρές του χαρακτήρα της που εμφανίζονται άλλες με ερωτηματικά άλλες με θαυμαστικά άλλες με γράμματα κεφαλαία όπως ΑΚΕΡΑΙΌΤΗΤΑ.

Πολλά πρέπει να ειπωθούν και να καταγραφούν. Τίποτα όμως και κανένας δεν θα μπορέσει να διαβάσει τα κρυφά ημερολόγια της καρδιάς της και το τι έκρυβε αυτή για το κόσμο που υπέφερε είτε από έλλειψη τροφής είτε από καταπίεση είτε από εκμετάλλευση είτε από νόσο. Η ένταξή της στο κίνημα ήταν υπόθεση αγάπης και αλληλεγγύης για τους ανθρώπους και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός της σχολείο γειτονιά δουλειά συναδέλφους της ..

"Κι η ποίηση είναι σαν να ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδι αληθινό". Ο Λειβαδίτης είχε περάσει πολύμορφες δοκιμασίες του στρατοπέδου της ήττας της απογοήτευσης της διάψευσης. Τις είχε περάσει όλες φτάνοντας σε μια ανώτερη αμείλικτη για τον ίδιο ειλικρίνεια.. <<Αν υπήρξαμε, είναι μόνο από τη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν υπήρξε..>>

Ποιο μύνημα ήθελε να αφήσει η Γιάννα..

Ο Λειβαδίτης άρχισε τη ποιητική του πορεία το 1952..

Οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν στους δρόμους χωρίς μνήμη (σ.99) τυφλός με λύχνο, αντίσταση του απελπισμένου.
...
Έχω μνήμη δεν έχω όνειρα θα έλεγα τώρα.
...
Θα διαλέξω το στίχο για την σημερινή εποχή ..
Αυτοί με τα παλαιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους / σκεπάζοντας με επιείκεια και εκείνον που τους πρόδωσε.. και πάντα ο δολοφόνος και το θύμα παίρνουν τον ίδιο δρόμο / γιατί σημασία έχει ποιός θα πεθάνει με λιγότερη μοναξιά.. (σ.99) (Παγίδα, Ανακάλυψη 1978)
...
<<Α ζωή ένα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά μέσα στο πανικό του βομβαρδισμού!>>

Ήμουν (αυτοναφορικό)
23/11/2025
Έχει δημοσιευθεί στο άλλο blogspot.

Ήμουν αέρας με συναίσθημα
Ήμουν θάλασσα με ηδονή το κύμα
Ήμουν ένας πρωτόπλαστος σε ένα 
παράδεισο δίχως ερωμένη
Ήμουν καμβάς χωρίς χειροτέχνημα
Ήμουν στο βατήρα για άλματα
σε άγνωστους πόνους και χαρές
Δεν ήμουν έτοιμος να κρεμάσω 
το φιλί σου στο πέτο μου..
Ήμουν αθώος αφελής κ ονειροκόμος..
Ήμουν όνειρο βαρύ σαν σύννεφο 
χωρίς ουρανό και γη!
Ταμπελίτσες στο δρόμο μιας #αξέχαστης# διαδρομής.

Εδώ πρόκειται να δομήσω εν τάχει την πορεία μου και άλλη πχ οικογενειακή, στρατιωτική, επαγγελματική ζωή εν είδη ανάμικτου αφηγήματος και στιχομυθίας.
Για να δούμε τι θα καταφέρω. 23/11/2025 λίγο πριν το 2026.

Αξέχαστα ιππήλατα τετραπάτια





Στιγμές σε νοσοκομεία για ιατρικούς λόγους.
Ελπίς 24/11/2025 με Χριστάκη για διάφραγμα. Πάντος ο ωρυλά και πρωί πρωί και οι δύο βρεθήκαμε στο χώρο. Ευτυχώς είχα πάρει μαζί μου 2 βιβλιαράκια της Γιάννας. Ο Χρηστάκης αμέσως υιοθέτησε το ένα. Τον προέτρεψα να διαβάσει την αφιέρωση στο εσώφυλλο του ενός. Στέλιος Ζέρβας μου διευκρίνισε γιατί δεν έβγαζα τα γράμματα καλά. Στο ερώτημα ποιος είναι μου υπενθύμισε ότι ήταν ο εκτός αίθουσες αλλά δυνατός καθηγητής Στέλιος Ζέρβας τον οποίο η μαμά είχε εμπιστευθεί την μαθηματική και άλλη παιδεία του Χρηστάκη και του Ιάσονα.
Όλα πήγαν καλά ήρθα όλοι δηλαδή εμείς Ιάσονας (33) Σπύρος (35) Χρήστος μεγάλος (72) όλοι για το Χρήστο μικρό (33)

Αλλά ας προχωρήσουμε..

Ο Νίκος Καββαδίας λοιπόν θα μας χαρίσει σήμερα υπέροχες στιγμές χαλάρωσης από τα μοναδικά εξωτικά του ταξίδια. Φανταστικές ή μη.

Όπως διαβάζουμε το σύντομο βιογραφικό του πριν να μπαρκάρει στα καράβια γεννήθηκε βαθειά μέσα στην βορειοανατολική Ασία μαζί με άλλα δύο από τρία αδέλφια. Η ζωή τον έφερε στην Ελλάδα στον Πειραιά και τελικά πριν το Β' παγκόσμιο πόλεμο στην Κυψέλη Αγίου Μελετίου 10.
Γύρισε ταλαιπωρημένος και πεινασμένος από το μέτωπο της Αλβανίας που πολέμησε με τα πόδια !
Με ένα γκρά και ένα μουλάρι αδελφοποιημένος πορευόταν μέσα σε φαράγγια και τις κακοτοπιές πολλά μερόνυχτα στα αφιλόξενα βουνά της Αλβανίας.
Μουλάρι χείμαρρος κατεβασιά θάλασσα ξερολιθιά φαρμακευτικά εφόδια καθημερινοί του σύντροφοι. Και ξαφνικά ανέλπιστα ένα κομμάτι μπομπότα μια γουλιά νερό ένα παγούρι προσφορά ζωής από το ανέλπιστο. Ένα παλικάρι από τρίχα τη γλυτώνει ένα μουλάρι του σπάνε τα γόνατα στη λάσπη. Απελπισία.. διαβάστε τη συνέχεια..

KΕΙΝΟ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ σαλαγοῦσα ἕνα φορ-τωμένο μουλάρι στοὺς κατσικόδρομους τῆς παραλιακῆς ᾿Αλβανίας. Λένε πὼς τὸ ζῶο μὲ πήγαινε καὶ μὲ κυβερνοῦσε. Τὸ ἴ-διο μοῦ κάνει.
ΝΥΧΤΩΝΕ. ᾿Απὸ τὰ χαράματα περπατοῦ-σα κάτω ἀπὸ τὴ βροχή. Οὔτε στιγμὴ δὲν εἶχα βρεῖ ἕν᾿ ἀπάγκιο. Οὔτε κάτι νὰ φάω. Μασοῦσα ποῦ καὶ ποῦ κανένα φυλλαράκι ἐλιᾶς. Μέσα σὲ μίαν ἀδειανὴ ἰταλική χει-ροβομβίδα ἀπὸ κεῖνες ποὺ ἀνοίγαμε μὲ μιὰ φουρκέτα –ποῦ βρίσκαμε τέτοιο εἶδος ;-κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά

9

τσιγάρα μὰ δὲν εἶχα σπίρτα. Δὲ συναντοῦ-σα ψυχή. Τὰ περισσότερα μουλάρια τῆς Μονάδας μου εἶχαν χωθεῖ ἴσαμε τὸ κεφάλι στὴ λάσπη μιᾶς κατηφοριᾶς. Τὰ πιὸ ἄξια εἴχανε φθάσει σ' ἕνα μοναστήρι ἐρειπωμένο πέρ᾽ ἀπὸ τὸ Δέλβινο καὶ ξεκουράζονταν. Δὲν ἤξερα ποῦ πήγαινα. Πόσο θὰ βαστοῦ-σα. Ἂν γλιστροῦσα κι ἔπεφτα δὲ θὰ ξανα-σηκωνόμουνα. Τὸ ἴδιο καὶ τὸ μουλάρι. Οἱ κατεβασιὲς ἀπὸ τοὺς χειμάρρους ὅλο καὶ θέριευαν. Σκεφτόμουνα τὴ θάλασσα, τὴ σι-γουριά της, τὸ γιατὶ ποτὲ δὲν τὴ φοβήθηκα. Νὰ πνίγεσαι στὴ θάλασσα, μουρμούριζα, εἶναι φυσικό – στὴ στεριὰ εἶναι κάτι που 'χει μέσα του μπαμπεσιά. Ἔνιωθα τὴν ἀτί-μωση ἑνὸς θανάτου ἀπὸ γλυκό νερό, μέσα στὴ λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε κι οἱ δυὸ πάνω σὲ κάτι ποὺ θά 'πρεπε νά 'ταν τοῖχος. Τὸ χαλινάρι ξέφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου. Τὸ μουλάρι, ἐλεύθερο, γύρισε δεξιὰ καὶ πῆγε σύρριζα. ᾿Ακολουθοῦσα ἀκουμπώντας τὸ χέρι μου στὰ λιθάρια ἑνὸς τοίχου ποὺ δὲν

10

ἦταν χτισμένος –μιᾶς ξερολιθιᾶς- ὥσπου εἶδα τὸ ζῶο νὰ δρασκελάει τὸ κάτω μέρος μιᾶς ξύλινης πόρτας καὶ νὰ γονατίζει στὴ μέση μιᾶς αὐλῆς ἔτσι καθὼς ἦταν φορτωμέ-νο. Μιὰ μυρωδιά κοπριᾶς καὶ ἄχυρου εἶχε πιλοτάρει πρὸς τὰ κεῖ τὸ μουλάρι. Στάθη-κα προσπαθώντας νὰ ξεχωρίσω γύρω μου.
Εἶδα ἕνα χαμηλό σκοτεινὸ σπίτι στὸ βάθος. Προχώρησα, βρῆκα τὴν πόρτα καὶ χτύπη-σα. Ξαναχτύπησα, τίποτα. Ξαρματώθηκα καὶ τὸν γκρὰ καὶ χτύπησα κάνα-δυό δυ-νατὲς μὲ τὸν ὑποκόπανο. Ἄκουσα μιὰ βα-ριὰ φωνὴ ἀπὸ μέσα:
- Τί ζητᾶς τέτοιαν ὥρα ; Ἄμε καλιά σου.
-Ἕνα χέρι θέλω. Τὸ μουλάρι μου ἔπεσε στὴν αὐλή σου φορτωμένο καὶ δὲ σηκώνεται.
Ξεφόρτωσέ το, βγάλε τὸ σαμάρι καὶ ἴσιωσέ το..
Δὲν θὰ τὰ καταφέρω.
Καθάρισε μονάχος σου, εἶμαι ἄρρω-στος.

II

- Θα καθήσω σὲ τοῦτο τὸ σκεπαστὸ καὶ θὰ περιμένω νὰ σταματήσει τὸ νερό.
Δὲν ἀποκρίθηκε. Κάθησα σ' ἕνα πέτρι νο πεζούλι. Η βροχή δυνάμωνε. Έπιασε νὰ φυσάει.
«Νά 'χα τὴ νιτσεράδα μου, τὴ νορβηγέζικη, τὰ λαστιχένια ποδήματα... Τώρα τί γίνεται ; »
Ἄκουσα τὴν πόρτα νὰ τρίζει. Μισάνοι-ξε. Ἕνα φῶς ἀχαμνὸ πέρασε τὴ χαραμάδα. Ἕνας ἄντρας κοντὸς κρατοῦσε τὴν πόρτα.
Πόσες ὧρες περπατᾶς ;
-᾿ Ἀπὸ τὰ χαράματα.
Τώρα εἶναι ἑφτά.
Δὲ μὲ νοιάζει. Λίγο νερὸ θέλω.
-Ανοιξε τὸ στόμα σου καὶ κοίτα ψηλά. Αν στύψεις τὰ ροῦχα σου, θὰ γιομίσεις δέκα παγούρια.
Τότε βοήθησέ με νὰ σενιάρω τὸ μουλά-ρι καὶ φεύγω.
Γιὰ ποῦ πᾶς ;
Γιὰ τὸ Δέλβινο.

12

-Ἔχεις χάσει τὸ δρόμο. Ἔχεις κάμει τὸ μπρὸς-πίσω. Βγῆκε ἔξω. Ήταν πολύ γέρος, μὲ με-γάλα μουστάκια. Φαινόταν Τόσκος. Μι λοῦσε καλὰ τὰ ἑλληνικά. Πῆγε στὸ μουλά-ρι καὶ τοῦ λασκάρισε τὶς τριχιές. Τὰ δυὸ κιβώτια πέσαν μαλακά, δεξιὰ κι ἀριστερὰ στὶς πλάκες, τὸ ζῶο σηκώθηκε κι ἄρχισε νὰ τρέμει. Τὸ χάιδεψε στὸ κούτελο κι ἔπειτα στὰ πλευρά.
Εἶναι μακριὰ ἡ θάλασσα; ρώτησα.
– Αὐτὴ σοῦ ᾿λειπε, εἶπε, μαλακώνοντας τὴ φωνή του. Τέτοιαν ὥρα τέτοια λόγια ...
Δῶσε μου ἕνα χέρι νὰ τὸ φορτώσουμε.
Στάθηκε ἀντίκρυ μου καὶ μὲ κοιτοῦσε.
Κάνα χωριό, ρώτησα, εἶναι δῶ κοντά ;
Κανένα, τοῦτο τὸ σπίτι εἶναι χειμαδιό.
-Ἂν μ᾿ ἄφηνες νά 'μενα στὸ στάβλο ὥ-σπου νὰ φέξει ;
– Εἶσαι παλαβός; Θὰ τρομάξουν τὰ 
1. Τόσκος : ᾿Αρβανίτης τοῦ Νότου.

13

καματερά. Καπνίζεις καὶ θὰ πάρει φωτιὰ ὁ σανός. Σήκωσε τὸ ἕνα κιβώτιο καὶ ἐγὼ τὸ ἄλλο, νὰ ζυγιαστεῖ τὸ βάρος στὸ σαμάρι. Τί ἔχουνε μέσα ;
–Ὑγειονομικὸ ὑλικό, γάζες, ἐπιδέσμους, φάρμακα.
–Ἄσε τα κεῖ ποὺ εἶναι, μοῦ ᾿πε προστα-τικά. Σκέπασε τὰ κιβώτια μὲ τὸ κομμάτι τοῦ ἀντίσκηνου. Πολεμᾶτε καλά, μὰ οἱ κο-ρωνάτοι δὲν ξέρουνε ποῦ σᾶς πᾶνε. Ρίξαν μουλάρια κι ἀνθρώπους στὸ μονοπάτι τῆς Βάλτιστας ἀπὸ λάθος. Ἔλα μέσα.
Τὸν ἀκολούθησα. Ἕνα τζάκι στὸ βάθος εἶχε μισοσβήσει. Ἔριξε ἕνα-δυὸ κούτσουρα μέσα καὶ τὰ συδαύλισε.
Βγάλε χλαίνη καὶ χιτώνιο καὶ κρέμασέτα σὲ κεῖνο τὸ καρφί, κοντὰ στὸ τζάκι. Θὰ σοῦ δώσω ἕνα κομμάτι μπομπότα. Κατόπι, θὰ σοῦ δείξω νὰ βγεῖς στὴ δημοσιὰ καὶ και λή τύχη.
᾿Ανέβηκε σ' ἕνα σκαμνὶ γιὰ νὰ φτάσει ἕνα φανάρι ποὺ κρεμόταν ἀπὸ τὸ ταβάνι.

14

Συνεχίζεται ..

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο.
Δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και Μαλάρια.

Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.

Περ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια,

μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σού 'πανε μια κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει

και ο λόγος της μεσ' στο μυαλό να σφυρίζει
''Ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;''

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκαντζάρισες, μα σε κρατάει λύπη μεγάλη,

απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μια ζώνη,

κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι
πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Νίκος Καββαδίας
Σαν σήμερα, πριν 115 χρόνια, γεννήθηκε. 

....................

Ναύλος: Μισθωμένο δρομολόγιο
Βάρδια: Υπηρεσία

Μαλάρια: Ελονοσία
Κατράμι: Πίσσα

Μπούσουλας: Πυξίδα
Μπατάρισε: Άλλαξε

Σκατζάρισες: Άλλαξες βάρδια
Γυμνάσει: Εκπαιδεύσει

Kuro Siwo: Θερμό θαλάσσιο ρεύμα
Καρτίνι: Ναυτικός όρος,
το ένα τέταρτο της επιφάνειας ενός κύκλου.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου