Προβολή έκδοσης κινητού // mobile version // click svp

05 Αυγούστου 2026

Το κούτσουρο

ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ

Ένας μονόλογος για τη ζωή, τη φύση και τη δεύτερη ύπαρξη

Με βρήκαν στην παραλία
ο Χρήστος και η Φλοράνς.

Ήμουν κάτω από μια τεχνητή σκιά,
μια paillote, όπως τη λένε στα γαλλικά.

Τα αφεντικά μου μού έχουν δώσει
πολλαπλές χρήσεις.

Με συμπάθησαν αμέσως.

Με μετακίνησαν λίγο
και με τοποθέτησαν ανάμεσα σε δυο πουφ.

Τους εξυπηρέτησα μια χαρά.

Μα συνέβη και κάτι παράξενο.

Μου έπιασαν κουβέντα.

Άκουσα σχόλια για την προέλευσή μου.
Άκουσα σχόλια για την καρδιά μου.
Άκουσα υποθέσεις για τη μορφή μου.

Και —μη με ρωτάτε πώς—
διάβασα συμπάθεια στα μάτια τους.

Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Πέρασαν πολλοί από δω.

Κανείς δεν είχε καθίσει
να κουβεντιάσει μαζί μου.

Κι έτσι αποφάσισα κι εγώ να τους μιλήσω.

Να, περίπου, τι τους διηγήθηκα:


Ήμουν κι εγώ κάποτε ένα δέντρο.

Ένα ολοζώντανο, βαθύ πράσινο πεύκο.

Είχα ζωή.
Είχα χυμούς.
Είχα κλαδιά.
Είχα φύλλα.

Είχα οικογένεια.

Και την αγαπούσα.

Στη σκιά μου περνούσαν κυνηγοί,
αγρότες, περαστικοί,
εραστές της ομορφιάς,
εραστές της φύσης
και εραστές της αγάπης.

Άκουγα γλυκά λόγια.

Κι ένιωθα, χωρίς να κοιτάζω,
τα παθιασμένα φιλιά των εραστών.

Οι νύχτες ήταν όλες ξεχωριστές.

Και τα φεγγάρια…

Άλλοτε λευκά,
άλλοτε κίτρινα,
άλλοτε κατακόκκινα,
ακόμη κι όταν ο ήλιος δεν είχε προλάβει καλά καλά να φύγει.

Κάντε μια υπόθεση:

Πόσα πράγματα μπορεί να έχει δει
ένα δέντρο που έμεινε δεκαετίες
στο ίδιο σημείο;

Στην περιοχή υπάρχουν ακόμη πεύκα σαν κι εμένα.

Τα έχω δει.

Μοιάζουν με τεράστιες πράσινες ομπρέλες,
διαμορφωμένες με γούστο και φροντίδα
από τον δημιουργό
και τους αμέτρητους συνδημιουργούς της φύσης.

Φυτεμένες;

Τοποθετημένες;

Ποιος ξέρει;

Όταν έπεφτε το σκοτάδι
ερχόταν το φεγγάρι.

Και φώτιζε όχι μόνο τα κλαδιά μου
αλλά και τα απόκρυφα των ψυχών
των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων
που ζούσαν γύρω μου.

Πόσο ωραία συνυπήρχαμε!

Με άλλες φυτικές και ζωικές οντότητες.

Με την πανίδα και τη χλωρίδα,
όπως συνηθίζετε να λέτε εσείς οι άνθρωποι.


Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα.

Δεν θέλω να θυμάμαι τον πόνο.

Δεν θέλω να θυμάμαι
το «κακό» που με βρήκε.

Και βάζω το «κακό» σε εισαγωγικά.

Γιατί τελικά…

συνέχισα να υπάρχω.

Διαφορετικά.

Έγινα μέσο εξυπηρέτησης.

Γερό και δυνατό.
Στέρεο και βαρύ.
Ευγενικό και εξυπηρετικό.
Ευέλικτο και φιλόξενο.
Φιλικό και —όπως φαίνεται— εκφραστικό.

Μόνο που κουβαλώ επάνω μου
όλη την προηγούμενη ζωή μου.

Κάποιος διάβασε την ηλικία μου.

Άλλος διάβασε τον πόνο μου.

Τη δύσκολη στιγμή της κοπής.

Την απόσχισή μου
από τ' αδέλφια μου,
τους φίλους μου,
τους γείτονές μου.

Δεκάδες σχισμές.

Ραγίσματα.

Πετρωμένα δάκρυα.

Χιλιάδες δαγκωματιές
από τα άγρια βενζινοπρίονα
που ήρθαν ακάλεστα
μια ωραία μέρα.

Κοιτάξτε με προσεκτικά.

Δείτε το γράφημα της καρδιάς μου.

Δεν σας μιλάει;

Αμέτρητες οι ρωγμές.

Μετρήσιμα τα χρόνια της πρώτης ζωής μου.

Η δεύτερη ζωή μου;

Άγνωστη.

Αλλά κι αυτή υπολογίσιμη.

Ίσως μάλιστα κάποτε καταλάβετε
ότι δεν υπάρχει μόνο πρώτη και δεύτερη ζωή.

Υπάρχει η ύλη που μεταμορφώνεται.

Υπάρχει η μνήμη.

Υπάρχει η χρήση.

Υπάρχει η επαναχρησιμοποίηση.

Υπάρχει η συνέχεια.


Τελικά υπάρχουν άνθρωποι παντού
που έχουν καρδιά.

Που αγαπούν.

Που επικοινωνούν.

Που χαίρονται τη ζωή.

Που μπορούν ακόμη
να κοιτάξουν ένα κούτσουρο
και να αναρωτηθούν:

«Ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτό που βλέπω;»

Άνθρωποι που με κοιτούν σιωπηλά
και δίνουν μέσα τους έναν μικρό όρκο:

πίστη στη ζωή,
σεβασμό στη φύση,
σεβασμό στα αγαθά της
και συνετή αξιοποίησή τους.

Εντάξει…

Δεν έχουν πάντα το πάνω χέρι
στις αποφάσεις για την τύχη του κόσμου.

Όμως ελπίζουν.

Όμως αγωνίζονται.

Όμως αγαπούν.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν,
ίσως τίποτε να μην έχει χαθεί οριστικά.


Μόνο κάτι θα ήθελα να σας ρωτήσω
πριν φύγετε από την παραλία:

Η φύση είναι ιδιοκτησία μας
ή εμείς είμαστε προσωρινοί φιλοξενούμενοί της;

Όταν ένα δέντρο μάς δίνει σκιά, οξυγόνο, καρπούς, ξύλο, ομορφιά και ζωή,
μας τα χαρίζει
ή μας τα δανείζει;

Πού τελειώνει η αξιοποίηση
και πού αρχίζει η υπερεκμετάλλευση;

Έχει δικαίωμα ο άνθρωπος να παίρνει από τη φύση
όσα μπορεί
ή μόνο όσα πραγματικά χρειάζεται;

Μπορεί η πρόοδος να ονομάζεται πρόοδος
όταν αφήνει πίσω της μια φύση φτωχότερη;

Η δεύτερη ζωή ενός κομμένου δέντρου
δικαιολογεί την πρώτη του καταστροφή;

Και ποιος υπολογίζει την αξία
ενός δέντρου που δεν κόπηκε ποτέ;

Τη σκιά που έδωσε;

Το οξυγόνο;

Το χώμα που συγκράτησε;

Τα πουλιά που φιλοξένησε;

Το νερό που βοήθησε να κρατηθεί στη γη;

Τις αναμνήσεις που γεννήθηκαν από κάτω του;

Τα φιλιά που έκρυψε στα κλαδιά του;

Μπορούν όλα αυτά να μπουν
σε έναν ανθρώπινο ισολογισμό;

Ή υπάρχουν αξίες
που δεν χωρούν σε κανένα λογιστικό φύλλο;

Και κάτι τελευταίο:

Αν μπορούσαν να μιλήσουν όλα όσα χρησιμοποιούμε,
θα ήμασταν άραγε το ίδιο σπάταλοι;

Δεν έχω απαντήσεις.

Κούτσουρο είμαι.

Ερωτήσεις κάνω.

Εσείς είστε οι άνθρωποι.

Εσείς αποφασίζετε.

Για μένα, πάντως,
η ζωή συνεχίζεται.

Ανάμεσα σε δυο πουφ,
κάτω από μια paillote,
μπροστά σε μια ωραία αμμώδη παραλία.

Ραντεβού, φίλοι μου,
το επόμενο καλοκαιράκι.

Εδώ…

ή κάπου αλλού.

Ίσως πάλι να με βρείτε.

Κι αν με βρείτε,

μην περάσετε απλώς από δίπλα μου.

Καθίστε λίγο.

Μπορεί να έχω
κι άλλες ιστορίες να σας διηγηθώ.

Συνεχίζεται : 

Βεβαίως. Εδώ υπάρχει ήδη ένας πολύ όμορφος πυρήνας: το κούτσουρο δεν είναι νεκρό ξύλο· είναι μια οντότητα που άλλαξε μορφή και χρήση, κουβαλώντας μνήμη, πληγές και μια δεύτερη ζωή. Κράτησα τη δική σου φωνή, αλλά έδωσα καθαρότερη ροή, μικρή δραματουργική κλιμάκωση και στο τέλος ανοιχτά ερωτήματα που συνδέονται με τον προηγούμενο στοχασμό σου «Για τη ζωή, τον άνθρωπο και το ταξίδι του».

Μονόλογος — πρώτη επεξεργασμένη μορφή



ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ

Ένας μονόλογος για τη ζωή, τη φύση και τη δεύτερη ύπαρξη

Με βρήκαν στην παραλία

ο Χρήστος και η Φλοράνς.

Ήμουν κάτω από μια τεχνητή σκιά,

μια paillote, όπως τη λένε στα γαλλικά.

Τα αφεντικά μου μού έχουν δώσει

πολλαπλές χρήσεις.

Με συμπάθησαν αμέσως.

Με μετακίνησαν λίγο

και με τοποθέτησαν ανάμεσα σε δυο πουφ.

Τους εξυπηρέτησα μια χαρά.

Μα συνέβη και κάτι παράξενο.

Μου έπιασαν κουβέντα.

Άκουσα σχόλια για την προέλευσή μου.

Άκουσα σχόλια για την καρδιά μου.

Άκουσα υποθέσεις για τη μορφή μου.

Και —μη με ρωτάτε πώς—

διάβασα συμπάθεια στα μάτια τους.

Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Πέρασαν πολλοί από δω.

Κανείς δεν είχε καθίσει

να κουβεντιάσει μαζί μου.

Κι έτσι αποφάσισα κι εγώ να τους μιλήσω.

Να, περίπου, τι τους διηγήθηκα:

---

Ήμουν κι εγώ κάποτε ένα δέντρο.

Ένα ολοζώντανο, βαθύ πράσινο πεύκο.

Είχα ζωή.

Είχα χυμούς.

Είχα κλαδιά.

Είχα φύλλα.

Είχα οικογένεια.

Και την αγαπούσα.

Στη σκιά μου περνούσαν κυνηγοί,

αγρότες, περαστικοί,

εραστές της ομορφιάς,

εραστές της φύσης

και εραστές της αγάπης.

Άκουγα γλυκά λόγια.

Κι ένιωθα, χωρίς να κοιτάζω,

τα παθιασμένα φιλιά των εραστών.

Οι νύχτες ήταν όλες ξεχωριστές.

Και τα φεγγάρια…

Άλλοτε λευκά,

άλλοτε κίτρινα,

άλλοτε κατακόκκινα,

ακόμη κι όταν ο ήλιος δεν είχε προλάβει καλά καλά να φύγει.

Κάντε μια υπόθεση:

Πόσα πράγματα μπορεί να έχει δει

ένα δέντρο που έμεινε δεκαετίες

στο ίδιο σημείο;

Στην περιοχή υπάρχουν ακόμη πεύκα σαν κι εμένα.

Τα έχω δει.

Μοιάζουν με τεράστιες πράσινες ομπρέλες,

διαμορφωμένες με γούστο και φροντίδα

από τον δημιουργό

και τους αμέτρητους συνδημιουργούς της φύσης.

Φυτεμένες;

Τοποθετημένες;

Ποιος ξέρει;

Όταν έπεφτε το σκοτάδι

ερχόταν το φεγγάρι.

Και φώτιζε όχι μόνο τα κλαδιά μου

αλλά και τα απόκρυφα των ψυχών

των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων

που ζούσαν γύρω μου.

Πόσο ωραία συνυπήρχαμε!

Με άλλες φυτικές και ζωικές οντότητες.

Με την πανίδα και τη χλωρίδα,

όπως συνηθίζετε να λέτε εσείς οι άνθρωποι.

---

Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα.

Δεν θέλω να θυμάμαι τον πόνο.

Δεν θέλω να θυμάμαι

το «κακό» που με βρήκε.

Και βάζω το «κακό» σε εισαγωγικά.

Γιατί τελικά…

συνέχισα να υπάρχω.

Διαφορετικά.

Έγινα μέσο εξυπηρέτησης.

Γερό και δυνατό.

Στέρεο και βαρύ.

Ευγενικό και εξυπηρετικό.

Ευέλικτο και φιλόξενο.

Φιλικό και —όπως φαίνεται— εκφραστικό.

Μόνο που κουβαλώ επάνω μου

όλη την προηγούμενη ζωή μου.

Κάποιος διάβασε την ηλικία μου.

Άλλος διάβασε τον πόνο μου.

Τη δύσκολη στιγμή της κοπής.

Την απόσχισή μου

από τ' αδέλφια μου,

τους φίλους μου,

τους γείτονές μου.

Δεκάδες σχισμές.

Ραγίσματα.

Πετρωμένα δάκρυα.

Χιλιάδες δαγκωματιές

από τα άγρια βενζινοπρίονα

που ήρθαν ακάλεστα

μια ωραία μέρα.

Κοιτάξτε με προσεκτικά.

Δείτε το γράφημα της καρδιάς μου.

Δεν σας μιλάει;

Αμέτρητες οι ρωγμές.

Μετρήσιμα τα χρόνια της πρώτης ζωής μου.

Η δεύτερη ζωή μου;

Άγνωστη.

Αλλά κι αυτή υπολογίσιμη.

Ίσως μάλιστα κάποτε καταλάβετε

ότι δεν υπάρχει μόνο πρώτη και δεύτερη ζωή.

Υπάρχει η ύλη που μεταμορφώνεται.

Υπάρχει η μνήμη.

Υπάρχει η χρήση.

Υπάρχει η επαναχρησιμοποίηση.

Υπάρχει η συνέχεια.

---

Τελικά υπάρχουν άνθρωποι παντού

που έχουν καρδιά.

Που αγαπούν.

Που επικοινωνούν.

Που χαίρονται τη ζωή.

Που μπορούν ακόμη

να κοιτάξουν ένα κούτσουρο

και να αναρωτηθούν:

«Ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτό που βλέπω;»

Άνθρωποι που με κοιτούν σιωπηλά

και δίνουν μέσα τους έναν μικρό όρκο:

πίστη στη ζωή,

σεβασμό στη φύση,

σεβασμό στα αγαθά της

και συνετή αξιοποίησή τους.

Εντάξει…

Δεν έχουν πάντα το πάνω χέρι

στις αποφάσεις για την τύχη του κόσμου.

Όμως ελπίζουν.

Όμως αγωνίζονται.

Όμως αγαπούν.

Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν,

ίσως τίποτε να μην έχει χαθεί οριστικά.

---

Μόνο κάτι θα ήθελα να σας ρωτήσω

πριν φύγετε από την παραλία:

Η φύση είναι ιδιοκτησία μας

ή εμείς είμαστε προσωρινοί φιλοξενούμενοί της;

Όταν ένα δέντρο μάς δίνει σκιά, οξυγόνο, καρπούς, ξύλο, ομορφιά και ζωή,

μας τα χαρίζει

ή μας τα δανείζει;

Πού τελειώνει η αξιοποίηση

και πού αρχίζει η υπερεκμετάλλευση;

Έχει δικαίωμα ο άνθρωπος να παίρνει από τη φύση

όσα μπορεί

ή μόνο όσα πραγματικά χρειάζεται;

Μπορεί η πρόοδος να ονομάζεται πρόοδος

όταν αφήνει πίσω της μια φύση φτωχότερη;

Η δεύτερη ζωή ενός κομμένου δέντρου

δικαιολογεί την πρώτη του καταστροφή;

Και ποιος υπολογίζει την αξία

ενός δέντρου που δεν κόπηκε ποτέ;

Τη σκιά που έδωσε;

Το οξυγόνο; *'ω

Το χώμα που συγκράτησε;

Τα πουλιά που φιλοξένησε;

Το νερό που βοήθησε να κρατηθεί στη γη;

Τις αναμνήσεις που γεννήθηκαν από κάτω του;

Τα φιλιά που έκρυψε στα κλαδιά του;

Μπορούν όλα αυτά να μπουν

σε έναν ανθρώπινο ισολογισμό;

Ή υπάρχουν αξίες

που δεν χωρούν σε κανένα λογιστικό φύλλο;

Και κάτι τελευταίο:

Αν μπορούσαν να μιλήσουν όλα όσα χρησιμοποιούμε,

θα ήμασταν άραγε το ίδιο σπάταλοι;

Δεν έχω απαντήσεις.

Κούτσουρο είμαι.

Ερωτήσεις κάνω.

Εσείς είστε οι άνθρωποι.

Εσείς αποφασίζετε.

Για μένα, πάντως,

η ζωή συνεχίζεται.

Ανάμεσα σε δυο πουφ,

κάτω από μια paillote,

μπροστά σε μια ωραία αμμώδη παραλία.

Ραντεβού, φίλοι μου,

το επόμενο καλοκαιράκι.

Εδώ…

ή κάπου αλλού.

Ίσως πάλι να με βρείτε.

Κι αν με βρείτε,

μην περάσετε απλώς από δίπλα μου.

Καθίστε λίγο.

Μπορεί να έχω

κι άλλες ιστορίες να σας διηγηθώ.Η δραματουργική γραμμή που διαμορφώνεται εδώ είναι πολύ ενδιαφέρουσα: συνάντηση → χιούμορ → μνήμη της ζωής → τραύμα → δεύτερη ζωή → συμφιλίωση → ερωτήματα προς τον άνθρωπο. Και θεωρώ σημαντικό ότι το κούτσουρο δεν κατηγορεί τον άνθρωπο. Τον αναγκάζει να σκεφτεί. Αυτό ταιριάζει πολύ περισσότερο με τον «νηφάλιο διάλογο» που έχεις επιλέξει ως τρόπο έκφρασης.

Υπάρχει μάλιστα ένας δυνατός φιλοσοφικός άξονας που μπορεί να ενώσει αυτόν τον μονόλογο με το προηγούμενο «Για τη ζωή, τον άνθρωπο και το ταξίδι του»: Μήπως τελικά ζωή δεν είναι μόνο αυτό που είμαστε, αλλά και οι μεταμορφώσεις μέσα από τις οποίες συνεχίζουμε να υπάρχουμε; Αυτό θα μπορούσε να γίνει το κρυφό κεντρικό ερώτημα του έργου.

Χρήστος Ρουμελιώτης 

Κουκουνάρι 5/8/2026

Το αφήνω όπως είναι.
Το χαρίζω σε ένα μικρό άγνωστο παιδί.
Ξέρω το λένε Μάριο.
Είναι έξυπνος γιατί έχει σωστούς γονείς
Επεξεργάζεται και δίνει τις κατάλληλες απαντήσεις σε ερωτήματα με χιούμορ.
Δεν γράφω περισσότερα ας του πουν περισσότερα οι γονείς του μετά την κοινοποίηση του παρόντος.

Υπογραφή
Χρήστος Ρουμελιώτης και
Florence Evrard
5/8/2026
Romanos Beach Villas







Από την εγκάρσια τομή που φαίνεται στη φωτογραφία μπορώ να κάνω μια αρκετά καλή εκτίμηση της ηλικίας, αλλά όχι ασφαλή αναγνώριση του είδους μόνο από το ξύλο.

🌳 Πιθανό είδος

Η όψη του ξύλου — ανοιχτό γκριζοκάστανο, χωρίς πολύ έντονη διαφοροποίηση εγκάρδιου/σομφού και με σχετικά λεπτούς δακτυλίους — μου θυμίζει περισσότερο παραθαλάσσιο κωνοφόρο, πιθανώς πεύκο. Ωστόσο, δεν θα το χαρακτήριζα βέβαιο. Η αναγνώριση θα ήταν πολύ ασφαλέστερη αν είχαμε φωτογραφία από φλοιό, φύλλα/βελόνες ή κλαδί.

🪵 Πόσων ετών ήταν;

Οι ομόκεντροι κύκλοι είναι οι ετήσιοι αυξητικοί δακτύλιοι. Κατά κανόνα, ένας πλήρης δακτύλιος αντιστοιχεί περίπου σε ένα έτος ανάπτυξης.

Στη φωτογραφία, παρά τις ρωγμές και τη φθορά που δυσκολεύουν την καταμέτρηση, διακρίνω χονδρικά 35–45 δακτυλίους. Επομένως θα εκτιμούσα ότι το συγκεκριμένο τμήμα του κορμού αντιστοιχεί σε δέντρο περίπου 40 ετών, με εύρος ίσως 35–50 ετών.

Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι οι δακτύλιοι δεν έχουν παντού το ίδιο πάχος. Αυτό αποτελεί ένα είδος «βιογραφίας» του δέντρου: πλατύτεροι δακτύλιοι συνήθως δείχνουν ευνοϊκότερες περιόδους ανάπτυξης, ενώ στενότεροι μπορεί να συνδέονται με ξηρασία, ανταγωνισμό, τραυματισμό ή άλλες πιέσεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου